Υπάρχει μια παλιά λαϊκή παροιμία που λέει πως «εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ' άρματα, κρεμούν οι γύφτοι τα νταούλια». Είναι έκφραση παλαιότερων εποχών, με τη δική της σκληρότητα. Περιγράφει όμως με ακρίβεια κάτι διαχρονικό: την παρακμή των αξιών και την αντικατάσταση του ουσιώδους από το ευτελές.
Τη θυμήθηκα διαβάζοντας πως στον Δήμο Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη εξετάζεται η μετονομασία της οδού Μάρκου Μπότσαρη σε οδό Γιώργου Μαζωνάκη.
Δεν γνωρίζω αν η πρόταση θα υλοποιηθεί. Ούτε έχω κάτι εναντίον του δημοφιλούς τραγουδιστή. Είχε κατακτήσει με την αξία του μια σημαντική θέση στη σύγχρονη μαζική διασκέδαση. Γέμιζε μαγαζιά, πουλούσε εισιτήρια, είχε κοινό. Μπράβο του!
Το ζήτημα δεν είναι ο Μαζωνάκης αλλά ο Μπότσαρης.
Ο Σουλιώτης καπετάνιος σκοτώθηκε στο Κεφαλόβρυσο το 1823, σε μια νυχτερινή επίθεση που ο ίδιος οδήγησε. Δεν άφησε επιτυχίες με χρυσούς δίσκους. Άφησε κάτι λιγότερο εμπορεύσιμο: το παράδειγμα ότι υπάρχουν πράγματα για τα οποία αξίζει κάποιος να πεθάνει.
Τα ονόματα των δρόμων δεν είναι μόνο για διευκόλυνση και διακόσμηση. Είναι η ιστορία μιας κοινωνίας γραμμένη σε μπλε πινακίδες. Είναι το βιβλίο που διαβάζουν περπατώντας, ακόμα και αυτοί δεν ανοίγουν ποτέ κανένα άλλο. Στο Παρίσι υπάρχει σταθμός του μετρό με το όνομά του Μπότσαρη, προς τιμήν του.
Όταν σβήνεις ένα όνομα από εκεί, δεν αλλάζεις απλώς μια διεύθυνση. Αλλάζεις τι θεωρεί μια πόλη ή μια χώρα άξιο να θυμάται.
Στην πραγματικότητα, η υπόθεση αυτή είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτισμικής παρακμής.
Ζούμε στην εποχή «Της ανόδου της ασημαντότητας» που έλεγε και ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Την εποχή που η αναγνωρισιμότητα εκλαμβάνεται ως αξία και η επιτυχία στην αγορά της προσοχής ως τεκμήριο κοινωνικής σπουδαιότητας.
Οι influencers (παλαιότερα τους λέγαμε opinion leaders) αντικαθιστούν τους διανοούμενους. Οι τηλεοπτικές περσόνες τους επιστήμονες. Οι διασημότητες τους ιστορικούς πρωταγωνιστές.
Όσοι ασχολούμαστε με τις αγορές το ξέρουμε καλά αυτό το φαινόμενο. Λέγεται «φούσκα». Είναι η στιγμή που η τιμή αποσυνδέεται από την αξία, και ο όγκος των συναλλαγών θεωρείται απόδειξη ότι αξίζει. Κάθε φορά που συμβαίνει, οι περισσότεροι πείθονται ότι «αυτή τη φορά είναι διαφορετικά». Ποτέ δεν είναι. Στο τέλος χάνουν τα αυγά και τα πασχάλια.
Το ίδιο ισχύει και για τη συλλογική μνήμη. Τα likes είναι όγκος, όχι αξία. Η δημοφιλία είναι τιμή, όχι θεμελιώδη μεγέθη. Και οι «φούσκες», στην οικονομία όπως και στον πολιτισμό, κάποια στιγμή σκάνε. Το κόστος το πληρώνουν πάντα όσοι αγόρασαν στην κορυφή.
Θα πει κάποιος: μα αυτό είναι δημοκρατία. Ο λαός ψηφίζει με το χειροκρότημά του. Γιατί να ορίζουν οι «ελίτ» ποιος αξίζει;
Η δημοκρατία δεν απαιτεί να θεωρούμε όλους εξίσου σημαντικούς. Απαιτεί να αναγνωρίζουμε σε όλους ίσα δικαιώματα.
Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Όποιος την παραβιάζει χάνει και τη δυνατότητα να ξεχωρίζει τον ήρωα από τον διασκεδαστή, τον δημιουργό από τον καταναλωτή, την προσφορά από την προβολή. Και μια κοινωνία που δεν μπορεί να ξεχωρίζει, σύντομα δεν μπορεί ούτε να επιλέγει.
Η δήλωση της κοινωνίας μας εδώ είναι σαφής: το παρελθόν μάς βαραίνει, η θυσία μάς κουράζει, η ιστορία δεν «τραβάει».
Εκεί που κρεμούσαν οι κλέφτες τ' άρματα λοιπόν, εμείς κρεμάμε τα μικρόφωνα. Δεν φταίνε τα μικρόφωνα. Φταίμε εμείς που ξεχάσαμε τι κρεμόταν πριν.
* Ο Κορνήλιος Καστοριάδης. «Η άνοδος της ασημαντότητας» είναι ο τίτλος του τέταρτου τόμου της σειράς «Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου», που κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1996 (La montée de l’insignifiance) και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ύψιλον.
Ο Καστοριάδης περιέγραφε μια κοινωνία που έχει χάσει τις σημασίες που τη συνέχουν: η πολιτική εκφυλίζεται σε διαχείριση και θέαμα, ο πολίτης σε καταναλωτή και τηλεθεατή, και η μόνη αξία που απομένει είναι η επιτυχία στην αγορά και η προβολή. Το αποτέλεσμα, κατά τον ίδιο, είναι ένας γενικευμένος κομφορμισμός και η απουσία πραγματικού προτάγματος, κάτι που ονόμαζε και «ιδιώτευση».
Κώστας Στούπας / Liberal

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου