«Σβήνουν δυο νύχτες και δυο αυγές προβάλλουν στον αγέρα,
δυο λευτεριές που σμίγουνε μέσα στην ίδια μέρα.
Δυο λευτεριές ματόβρεχτες, παιδιά μεγάλου κόπου,
η λευτεριά του Έλληνα κι η λευτεριά του ανθρώπου» (Κ. Παλαμάς)
«Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον…». Μεγάλη Γιορτή του Ευαγγελισμού κι έρχεται η ευλογημένη κόρη της Ναζαρέτ με το υπεροχότερο «Γένοιτο» που ακούστηκε ποτέ στην πλάση να κατοικήσει την ψυχή του Κολοκοτρώνη - «ωρέ, Ελληνες, να τη η υπογραφή» να φωνάζει ο Γέρος και να τρέχουν να χαϊδέψουν τη φουστανέλα του ο Ρωμιός έμπορος απ’ την Τεργέστη, ο Μυροβλύτης Άγιος απ’ τη Θεσσαλονίκη και οι ιστορίες της γιαγιάς για τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά αγκαλιά με τα γράμματα απ’ τη Φραγκιά, και του Ρήγα τους ντελικάτους στίχους. Μεγάλη Γιορτή του Ευαγγελισμού και το Ρωμαίικο συρρέει στην Αγορά από παντού, στην Πύλη του Αδριανού ο Συμεών Ανανιάδης απ’ τον Πόντο που έβγαινε τις νύχτες, μαύρος αέρας, στα βουνά «βαστώντας στο ένα χέρι το σπαθί και στ’ άλλο το Βαγγέλιο» παρέα με τα παλληκάρια του Δαβάκη να παρασταίνουν στο άγιο Λείψανο του Αθανασίου Διάκου πώς φίλησε ο Ιμπραήμ στο μάγουλο το λείψανο του Φλέσσα.
Μεγάλη η Γιορτή και κατεβαίνουν οι θεοί απ’ τον Όλυμπο να κατοικήσουν τους ερειπιώνες τους στους Δελφούς και στο Ακρον Ταίναρο. Κι όσο πάει και μεγαλώνει το εορταστικό πλήθος, δύσκολα χωράνε στη Μέση Οδό 3.000 χρόνια ιστορίας, τόσες χιλιάδες τραγούδια, τόσα εκατομμύρια βίοι ανθρώπων και ονείρων. Σαν σήμερα, 25η Μαρτίου 1821, ημερομηνία που δεν υπήρξε ποτέ αυτό που ευτυχώς αποφασίσαμε να είναι, αναστήθηκε ο παλουκωμένος Σκυλόσοφος και οι χιλιάδες νεομάρτυρες απ’ την Καππαδοκία ως τη Θράκη, και σαν σήμερα, ημερομηνία που έδοξε τη Βουλή και τω Δήμω να ευλογήσει το Γένος ως Εθνική Επέτειο της Παλιγγενεσίας, ανοίγει το κελί της στο Μοναστήρι η Άννα Κομνηνή να τρατάρει Αγιά Σοφιά και Βόσπορο τις γιαγιάδες μας τις Σουλιώτισσες και τις Ναουσαίες που γκρεμοτσακίστηκαν χορεύοντας στο Ζάλογγο και στην Αραπίτσα. Εκεί και η Φιλοθέη η Αθηναία να φροντίζει τις πληγές των μανάδων μας που βύζαξαν τα παιδιά τους αίμα και νερό στο Μεσολόγγι. Στα κακοτράχαλα τα βουνά ο Διγενής τρώει και πίνει αντάμα με τους παππούδες μας, τον Καψάλη και τον Σαμουήλ και στο κάστρο του Διδυμοτείχου ο Ιωάννης Βατάτζης ψάλλει δακρυσμένος το «Τη Υπερμάχω…» με ισοκράτες τους πατεράδες μας τους ολοσκοτωμένους στο Μανιάκι. Φέγγει απόψε το Κρυφό Σχολειό κι ο δασκαλοκαλόγερος μαθαίνει τη συνέχεια του Χερουβικού στους νέους με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και παραέξω στην αυλή ο Ευαγόρας με τον Κυριάκο και τον Γρηγόρη απ’ τα Φυλακισμένα Μνήματα τραγουδάνε τραγούδια για τη λευτεριά με τους Ιερολοχίτες μας. Σήμερα, κοντά μας στη Μεγάλη του Γένους Γιορτή και οι εκλεκτοί μας καλεσμένοι, όλοι όσοι μες τους αιώνες μίλησαν λέξεις ελληνικές, γιορτάζουν[1].
Όταν την αποφράδα ημέρα της 29ης Μαΐου του 1453 η Πόλη γινόταν για τον Ελληνισμό μια παλιά αγαπημένη σε ξένη αγκαλιά, μια βαθιά νύχτα ξεκινούσε. Και η νύχτα αυτή έμελλε να κρατήσει πολύ. Πάρα πολύ. 400 ολόκληρα χρόνια. Μπορούμε άραγε να διανοηθούμε τι σημαίνει 400 ολόκληρα χρόνια, 16 γενιές Ελλήνων σκλάβοι κάτω από τον σκληρό κι απάνθρωπο τουρκικό ζυγό; Πώς αντέχει ένας λαός 400 χρόνια χωρίς να χαθεί για πάντα; Ποιες κρυφές δυνάμεις, ποιες αντοχές τον κρατάνε ζωντανό; Λένε πως η σκλαβιά είναι η τέχνη της υπομονής, να μάθεις να περιμένεις…Λένε…
Και τι γίνεται όταν αυτά τα χρόνια γίνονται 500, όταν οι γενιές γίνονται 20, όταν ο αδελφός σου που μαζί αγωνιστήκατε, ματώσατε και πεθάνατε, αναπνέει τον πολυπόθητο αέρα της λευτεριάς κι εσύ που έδωσες στον Αγώνα 3000 παλληκάρια και 120 πυρπολημένα χωριά όχι μόνο συνεχίζεις να ζεις και να πεθαίνεις σκλάβος, αλλά η σκλαβιά σου είναι τώρα διπλή, τουρκική και βουλγαρική, και ανελέητη; Τι γίνεται όταν τις αξημέρωτες νύχτες τα στερεμένα από δάκρυα μάτια σου κραυγάζουν «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» και ο Κύριος σιωπά; Όταν βγαίνεις «στας ρύμας και τας κώμας» και φωνάζεις «ἄνθρωπον ζητώ» και απόκριση καμιά;
Τότε… Τότε «όραμα δια της νυχτός ώφθη τω Παύλω· ανήρ τις Μακεδών εστώς, παρακαλών αυτόν και λέγων· διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν». Ο ίδιος αποδέκτης με 1850 χρόνια διαφορά. Ένας Παύλος τότε, ο Πρώτος μετά τον Έναν. Ένας Παύλος τώρα, ο Πρώτος…











