Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξανδρεύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξανδρεύς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13/5/26

Για μια μελωδία της ευτυχίας

 


Ποτέ μα ποτέ δεν μπορώ να ακούσω το ξεκίνημα του β΄ μέρους της Συμφωνίας από τον Νέο κόσμο του Ντβόρζακ χωρίς να γεμίσουνε τα μάτια μου. Εκείνη η γλυκιά μελωδία του Άντονυ που δέθηκε άλυτα με τους στίχους «Στη σιγή της βραδιάς».

Εκείνης της βραδιάς που έμεινε να σιγοψυθιρίζεται στο υπόγειο της καρδιάς μας ανάμνηση μιας νιότης και ελπίδα μιας ζωής. Για να τη μουρμουρίζουμε μαζί. Όλοι!  Όσοι την τραγουδήσαμε ορθόφωνα ή φάλτσα με κείνες τις εφηβικές φωνές που πάλευαν να κατέβουν μια οκτάβα και να αντρέψουν αφήνοντας πίσω τους την παιδικότητα.

Στη σιγή της βραδιάς. Με μια μελωδία ελπίδας κι ανάπαυσης που της αξίζει να παραμείνει στην αιωνιότητα.


Αλεξανδρεύς



28/9/25

Για μια χαμένη ψαριά - Αλεξανδρεύς

 


Κι εσύ θα τα ’χες παρατήσει!

Δύο καΐκια ψάρια παρατημένα στην ακρογιαλιά, λάφυρο περίεργο στον πρώτο προσεκτικό παρατηρητή του απομεσήμερου.

Δεν θα μπορούσα να τα πουλήσω!

Δεν θα μπορούσα να τα φάω!

Θα ’πρεπε μόνο να τα χαρίσω!

Όπως μου χαρίστηκαν.

Αναπάντεχα· κόντρα σε κάθε είδους λογική.

Τον άκουσα που μιλούσε καθισμένος στην άκρη του καϊκιού και μαγεμένος από τα λόγια του είπα να του κάνω το χατίρι, να τον ταξιδέψω μεσημεριάτικα στη λίμνη με το άλλοθι μιας ψαριάς. Ψαράς εγώ, μαραγκός εκείνος, να του κάνω υπακοή στο περίεργο αίτημα. Καταπώς πάει βόλτα ο κουρασμένος πατέρας το παιδί που την αποζητάει.

Νόμιζα ότι του ’κανα χατίρι. Ήταν εκείνος που  μου ’κανε. 

Σαν φτάσαμε στα βαθιά μου ’πε να βάλω τα δίχτυα στη λίμνη κι όταν μετά από λίγο ετοιμάστηκα να τα μαζέψω άδεια με τη σιγουριά τόσων χρόνων στο επάγγελμα κοψομεσιάστηκα. Μη ο Ανδρέας, μη ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης θα ’χανε μείνει για πάντα στον πάτο τα δίχτυα. Κι όταν γεμίσαμε τα δυο καΐκια ξέχειλα –μα την αλήθεια τέτοια ψαριά δεν είχα ξαναδεί!- τότε κατάλαβα. Κι έπεσα στα γόνατα για να τον διώξω. «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ».

Μα ήδη είχα πιαστεί στο δίχτυ του.

Ήδη σπαρτάραγα.

«Έλα να σε κάνω ψαρά ανθρώπων» μου είπε. «Ασ’ τα όλα πίσω σου».

«Έρχομαι!» σκέφτηκα. «Τίποτα πια δεν είναι ανέφικτο. Καταπώς φαίνεται το πρώτο σου ψάρι είμαι εγώ».

 

Αλεξανδρεύς

18/4/25

Αντιστροφή - Αλεξανδρεύς (IV)

 


Βράδυ τέταρτης μέρας. Καθώς απλώνω το κορμί μου στο στρωσίδια νιώθω δυο αντίθετες δυνάμεις να με τραβούν καθεμιά προς το μέρος της. Η απογοήτευση από τη μια μεριά, η ελπίδα από την άλλη. Μπλεγμένες γεννήθηκαν και οι δύο με μήτρα το ίδιο γεγονός. Σα δυο δίδυμα παιδιά, αλλιώτικα. Αγόρι το ένα, κορίτσι το άλλο. Ξανθό το πρώτο, μελαχρινό το δεύτερο.

Σήμερα, δεν πήγαμε στην Ιερουσαλήμ. Κατάκοποι από τις τρεις προηγούμενες μέρες, μείναμε στη Βηθανία να ξεκουραστούμε. Να ξεκουράσουμε δηλαδή το κορμί μας, αφού το μυαλό μας –το δικό μου τουλάχιστον, αλλά φαντάζομαι και των υπολοίπων το ίδιο- παλεύει να χωνέψει, να ταχτοποιήσει όσα ζήσαμε όλες τις προηγούμενες ημέρες. Από το Σάββατο ως τα σήμερα μου μοιάζουν να έχουν περάσει αιώνες. Πλησιάζει το Πάσχα και πρέπει να ετοιμαστούμε. Να, αύριο βράδυ θα γίνει το δείπνο των Αζύμων. Οι πιο συστηματικοί από την παρέα μας αναζητούν το πού και το με τι. Θα μείνουμε εδώ στη Βηθανία ή θα πάμε ξανά στην Ιερουσαλήμ; Προσωπικά προτιμώ την ηρεμία της Βηθανίας.

Σήμερα το πρωί έκανα μια μικρή βόλτα μέχρι το νεκροταφείο. Πλησίασα τον άδειο τάφο του Λαζάρου. Πεταμένη σε μιαν άκρη η πέτρα που κάποτε τον χώριζε από τους ζωντανούς. Κάθισα απέναντί της και σκεφτόμουν. Α! να μην υπήρχαν πια αυτές οι πέτρες! Να μην έκλειναν οριστικά και αμετάκλητα. Να μη χώριζαν ζωντανούς από πεθαμένους… Κάποτε θα γέλαγα σ’ αυτή τη σκέψη.

Ίσως και να μην την είχα αφήσει να καλοσχηματιστεί στο μυαλό μου. Να την είχα πετάξει πριν ακόμα την καταλάβω. Μα μετά τον Λάζαρο, η σκέψη όχι απλά γεννιέται μα και θρονιάζεται στο κέντρο του μυαλού μου. Γιατί να είναι ένας ο Λάζαρος; Γιατί να μην είμαστε όλοι Λάζαροι; Ακόμα καλύτερα. Γιατί να μη γίνεται να μην μπούμε καν σ αυτή τη διαδικασία. Πώς μού ‘ρχονται αυτές οι σκέψεις. Γύρω μου, σ’ όλη τη φύση με περιβάλλει η φθορά και ο θάνατος. Καθετί που γεννιέται, πεθαίνει. Πεθαίνει αδιαμαρτύρητα ή έστω με πόνο και λύπη, αλλά πεθαίνει. Εμείς οι Εβραίοι έχουμε βέβαια, μια υπόσχεση αθανασίας. Οι Γραφές λένε πως θα ζήσουμε αιώνια και ο προφήτης, ο μέγας ο Ηλίας ανάστησε κάποτε έναν νεκρό. Και ο Ραββί πριν από την ανάσταση του Λαζάρου είχε ήδη αναστήσει δύο. Το δωδεκάχρονο κορίτσι του Ιαείρου και το γιο της χήρας της Ναΐν. Στην πρώτη ανάσταση δεν ήταν κανείς μας μπροστά. Η δεύτερη έγινε μπροστά στα μάτια μας στη μέση του δρόμου. Διαλύθηκε πάραυτα η πομπή της κηδείας ή μάλλον μετατράπηκε σε πανηγύρι χαράς. Μα… Εκείνο που είχα προσέξει, είναι πως και στις τρεις αυτές αναστάσεις που θυμάμαι, οι κερδισμένοι ήταν παιδιά. Παιδιά και μάλιστα μόλις πριν λίγο πεθαμένα. Σαν να τους χρωστούσε κάποιος την υπόλοιπη ζωή και όσο ήταν ακόμα καιρός, όσο το κορμί ήταν ακόμα ζεστό και ευλύγιστο την έδινε πίσω. Ενώ στο Λάζαρο;  Τετραήμερος νεκρός και ηλικιωμένος! Α! ήταν αλλιώτικη η ανάσταση του Λαζάρου! Ένα σώμα νεκρό τέσσερις μέρες, ένα σώμα τυλιγμένο με τα οθόνια, με την κοκαλωμένη σμύρνα να τα κάνει αδιαπέραστα, που ανίσταται, δείχνει μιαν άλλη δύναμη. Μιαν άλλη εξουσία! Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ξεσηκώθηκαν οι Σαδδουκαίοι. Πώς να συνεχίσουν να πουλάνε την άρνησή τους στην ανάσταση; Ποιο επιχείρημα να επιστρατεύσουν για την περίεργη επιλογή τους να πιστεύουν πώς το κορμί μας έχει ημερομηνία λήξης; Κι εδώ που τα λέμε, τι σόι πίστη είναι αυτή που τη σφραγίζει ο θάνατος;

17/4/25

Μελλούμενα - Αλεξανδρεύς (ΙΙΙ)

 


Μελλούμενα

Τρίτη μέρα μετά την Ανάσταση του Λαζάρου. Κοιμήθηκα χωρίς όνειρα χτες. Τέταρτο βράδυ που ξαπλώνω εδώ στο σπίτι της Βηθανίας. Μπορεί η αναταραχή να γίνει κανονικότητα;  Το κορμί μου μοιάζει να έμαθε τη γωνιά του. Τα πόδια μου μοιάζουν να συνηθίζουν σιγά-σιγά την απόσταση των δεκαπέντε σταδίων μέχρι την Ιερουσαλήμ. Κι η ψυχή μου όσο πάει και συνηθίζει την ένταση της κάθε μέρας. Την αντιπαράθεση με τους Γραμματείς και του Φαρισαίους που δε λέει να κοπάσει. Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος.

Σήμερα σηκωθήκαμε πάλι νωρίς. Μια σιωπή έχει αρχίσει να εγκαθίσταται πια στη συντροφιά μας. Μια σοβαρότητα που ούτε η χαρμόσυνη παρουσία του Λαζάρου δεν μπορεί να την διακόψει. Σιωπηλοί ετοιμαζόμαστε, όπως αυτοί που ξέρουν πως σε λίγο δεν θα είναι πια μαζί. Όπως εκείνοι που περιμένουν τον θάνατο. Πάντα πίστευα πώς η εκτέλεση ενός ανθρώπου -ακόμα και του μεγαλύτερου εγκληματία- είναι κατά πολύ χειρότερη από οποιοδήποτε έγκλημα. Όχι σε ηθικό βάρος. Σε φρίκη. Αυτό το προαναγγελθέν τέλος, αυτή η τελετουργία του θανάτου, κάνει την εκτέλεση πιο αποκρουστική απ’ οτιδήποτε άλλο.

Θα ‘θελα για μια φορά ο Δάσκαλος να διαψευστεί. Δεν τολμώ ωστόσο, όχι να του το πω (είδα τι άκουσε ο Πέτρος σαν το ξεστόμισε) αλλά ούτε να το σκεφτώ. Γρήγορα διώχνω τη σκέψη μου πριν φυτρώσει στο χώμα της ψυχής μου, πριν Τον ακούσω να μου λέει: «Τι διαλογίζεσαι;»

Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς Αυτόν! Τρία χρόνια αφού τα παράτησα όλα για χάρη Του δεν γίνεται να με αφήσει! Δεν γίνεται να μας αφήσει!

Ξεκινήσαμε από τη Βηθανία -σπίτι της ένδειας δεν σημαίνει το όνομά της;- και πορευόμαστε προς τα Ιεροσόλυμα. Φοβάμαι, ότι του έχουν στημένη παγίδα. Για αυτό και βιάζομαι να φτάσουμε. Δεν θα τολμήσουν βέβαια να τον συλλάβουν μέσα στο πλήθος. Τις άκρες φοβάμαι και τις απόμερες μεριές. Φοβούνται τον όχλο. Φάνηκε ξεκάθαρα σαν τους ρώτησε αν το βάπτισμα του Ιωάννου είναι από το Θεό! Μόλις αφήσαμε πίσω μας την κατάξερη πια συκιά. Τα φύλλα της κείτονται όλα στο χώμα. Περάσαμε από το δρόμο του Όρους των Ελαιών για να μπούμε στην πόλη. Ο Ραββί θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπος με τους φαρισαίους. Μια ακόμα φορά. Μια ακόμα μάχη. Τους μαλώνει κι όμως καταλαβαίνω πως τους αγαπά. Τι περίεργη αίσθηση! Δεν θέλει να τους εκμηδενίσει. Θέλει να τους ξυπνήσει. Θέλει να τους σώσει. Συζητά μαζί τους και είναι σαν το γιατρό που δείχνει τις πληγές τους για να τις γιατρέψει. Μα πρέπει να θες να σε γιατρέψει ο γιατρός!

Το πιο περίεργο είναι το κλίμα που εισπράττω από τον όχλο. Δεν βλέπω πια τον ενθουσιασμό εκείνης της πρώτης μέρας. Ούτε καν την επιδοκιμασία στην αντιπαράθεση με τους αργυραμοιβούς. Κάτι έχει κρυώσει στην ψυχή τους.  Παρακολουθούν και κάποιοι αποχωρούν. Να πάνε με το θαύμα (ο Λάζαρος είναι μόλις χτεσινός) ή με τη συνήθεια; Ποιο θα τους προσφέρει μεγαλύτερη σιγουριά; Κι ετούτος ο Ραββί που τον φωνάξανε Μεσσία προχτές (αυτό δεν θα πει «Υιός Δαυίδ;») δε μοιάζει να ενδιαφέρεται για κανενός είδους λευτεριά από τους Ρωμαίους. Αντί να τα βάλει μ’ αυτούς, τα ‘χει με τους Φαρισαίους και τους Σαδδουκαίους.  Ο λαός μαζεύεται γύρω και ακούει. Ο Ιησούς απευθύνεται ξανά στο πλήθος. Να κάνετε όσα διδάσκουν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τους λέει. Όσα κάνουν να αποφεύγετε!

Τ’ απόγευμα τραβήξαμε ανατολικά, κατά το Όρος των Ελαιών. Η ησυχία του είναι κάτι που χρειαζόμαστε. Είδαμε τον Ραββί να αγναντεύει την πόλη. Δάκρυσε καθώς έλεγε: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ, πόσες φορές δε θέλησα να μαζέψω τα παιδιά σου, σαν την κλώσα που μαζεύει τα κλωσσόπουλα». Πονάει για τα μελλούμενα. Κάποιοι από μας σπεύδουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία. Ρωτάνε, ζητούν σημάδια αλάνθαστα για την Βασιλεία του Θεού, για την ώρα και τη στιγμή του ερχομού της. Πολλά και διαφορετικά θα πει τότε ο δάσκαλος. Θα μιλήσει για το τέλος της γης αλλά και για το τέλος τούτης της πόλης. Τρομερές μοιάζουν οι προφητείες -μα όπως κάθε προφητεία- και δυσνόητες. Να μην τις καταλαβαίνεις παρά μόνο μετά την πραγματοποίησή τους. Έτσι κι εγώ με το φτωχό μου το μυαλό κάποια στιγμή παραιτήθηκα από την προσπάθεια να καταλάβω. Να βάλω στη σειρά γεγονότα, τόπους και χρόνους. Το τέλος. Τι σημασία έχει το τέλος όλων; Όταν τελειώσω εγώ, όταν ο θάνατος μου πάρει την πνοή, τότε, για μένα, το τέλος ήρθε. Τα υπόλοιπα είναι για την περιέργεια. Μα αυτή την περιέργεια θα την κρατήσει αναπάντητη ο Ραββί. Αυτόν το λόγο τον θυμάμαι! Μόνο ο Πατέρας, είπε. Μόνο Εκείνος ξέρει πότε θα σημάνει το τέλος. Ή μάλλον η αρχή χωρίς τέλος.

Γυρίσαμε κατάκοποι. Φεύγοντας από το Όρος των Ελαιών πρόσεξα πως ο Ισκαριώτης έλειπε. Θα ξέμεινε φαίνεται στην πόλη. Είχε τα λεφτά όλων μας και θα ‘μεινε ν’ αγοράσει τρόφιμα για όλους. Δεκατρείς άντρες δεν μπορούν να περιμένουν να τους ταΐζουν, για τέταρτη συνεχόμενη μέρα, τρία φτωχά αδέρφια. Τούτος, ο Ισκαριώτης, με παραξενεύει πότε-πότε. Αν ήταν ν’ αποφασίσω εγώ, δεν θα του ‘χα εμπιστευτεί με τίποτα τα λιγοστά μας χρήματα. Μα ήταν απόφαση του δασκάλου να τα κρατά αυτός. Ίσως έβλεπε στην φανερά μεγάλη του αγάπη για το ασήμι μια σιγουριά ότι θα προσέχει πού ξοδεύει και το τελευταίο νόμισμα. Ίσως πάλι να θέλει να δει αν θα φανεί άξιος μιας τέτοιας αποστολής.  Δεν ξέρω! Είμαι μαθητής. Δεν είμαι δάσκαλος. Και προσόν κάθε καλού μαθητή είναι να εμπιστεύεται τον δάσκαλό του.

Γυρίζω πλευρό. Το σπίτι ησύχασε πια τελείως. Η Μάρθα πρέπει να τέλειωσε με τη λάτρα του σπιτιού και ξάπλωσε. Δυο ήχοι ξεχωρίζουν στη νύχτα. Ένας βαθύς αναστεναγμός από το δωμάτιο του δασκάλου κι ένας ήχος σαν να μετράει κάποιος νομίσματα σιγά-σιγά. Το πρωί ίσως θα ‘πρεπε να το συζητήσουμε αυτό με τον Δάσκαλο. Α! Και μια τρίλια απ’ το παράθυρο. Ήχοι της νύχτας.


Αλεξανδρεύς


Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com

16/4/25

Ξεκαθαρίσματα - Αλεξανδρεύς (ΙΙ)

 


Ξεκαθαρίσματα

Μόλις ξάπλωσα στη γωνιά μου. Μερικοί αποκοιμήθηκαν ήδη. Είμαστε πολλοί 12 άντρες, ο ένας δίπλα στον άλλον. Καθυστέρησα λίγο για να ξεπλύνω με το νερό της στέρνας τα σκονισμένα πόδια μου. Δεν ήθελα να τρέξω πρώτος. Μου φάνηκε ανάρμοστο. Τα λόγια του Ραββί στο δρόμο, μου ξαναθύμησαν την αξία να είσαι έσχατος. Έτσι μόλις τέλειωσα με το πλύσιμο πέρασα με προσοχή πάνω από τους κοιμισμένους και τους μισοκοιμισμένους συντρόφους μου. Ο Ραββί θα πλαγιάσει αλλού. Ίσως να μην πλαγιάσει και καθόλου…

Εγώ, κουλουριάζομαι εδώ στην άκρη και τραβάω ως ψηλά το στρωσίδι. Δεν είναι που κρυώνω. Τόσοι άντρες ο ένας δίπλα στον άλλο φτάνουν για να ζεστάνουν το χώρο. Μα ψάχνω κάποιου είδους απομόνωση.

Μόλις ξαπλώσεις να ξεκουράσεις το κορμί να! ξεπετάγονται οι σκέψεις να σε κυριεύσουν. Δύσκολη μέρα η σημερινή. Ώρες ώρες έλεγα πώς δεν θα τα βγάλω πέρα. Μα έκανα κουράγιο. Περπατούσα δίπλα του για να του δείχνω πως είμαι εκεί γι αυτόν. Βλέπεις δεν φεύγει ούτε στιγμή απ’ το μυαλό μου ο λόγος του: «Είναι το τελευταίο Πάσχα που θα κάνω μαζί σας». Και το Πάσχα πλησιάζει ανησυχητικά. Ρουφώ κάθε στιγμή της παρουσίας του.

Ήταν ξεκάθαρο ότι ήθελε να πάει στο ναό. Δεν πηγαίναμε συχνά εκεί. Τον περισσότερο καιρό, τα τρία χρόνια, τριγυρίζαμε στη Γαλιλαία. Ψάχνω να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που βρισκόμουν εκεί. Αδύνατο να θυμηθώ. Θυμάμαι μόνο την ιστορία που είχα ακούσει όταν πήγε δώδεκα χρονώ παιδί. Όταν τον χάσανε η μάνα του κι ο Ιωσήφ και τον βρήκαν μέρες μετά να διδάσκει τους δασκάλους του Νόμου και να τους έχει αφήσει με το στόμα ανοιχτό.  Σήμερα δεν το ‘χε σκοπό να μπει στο ναό. Γύρω, στην αυλή του ναού, ο κόσμος χαλάει από τα βελάσματα. Αρνιά, πολλά αρνιά, χρονιάρικα. Χωρισμένα με πρόχειρο τρόπο ανάλογα με τον έμπορο. Πλησιάζει το Πάσχα και σύμφωνα με το Νόμο κάθε οικογένεια πρέπει να φέρει εδώ το αρνί της να ευλογηθεί από τους ιερείς. Μερικές γλιτώνουν το διπλό κόπο αγοράζοντας το αρνί επιτόπου. Είναι λιγάκι ακριβότερο γιατί οι έμποροι εκμεταλλεύονται την περίσταση. Κάποιοι λένε ότι οι γραμματείες και οι φαρισαίοι που είναι υπεύθυνοι βγάζουν και αυτοί κομμάτι από τα κέρδη και κάνουν τα στραβά μάτια. Ιερό εμπόριο. Ο δάσκαλος παίρνει από την άκρη ένα πεταμένο σκοινί. Ίσως περίσσεψε από ένα αρνί που πουλήθηκε πριν λίγο. Το διπλώνει στα δυο σα φραγγέλιο. Έπειτα προχωράει στους πάγκους των εμπόρων. Χτυπά με δύναμη το σκοινί σπρώχνοντας το τραπέζι πέρα. Τα ασημένια νομίσματα κυλάνε στο χώμα. Οι έμποροι τον κοιτούν  ξαφνιασμένοι, απορημένοι. Έπειτα σαν το κυνηγάρικο σκυλί ορμάνε να μαζέψουν τα νομίσματα. Νέοι και γέροι κουτρουβαλούν στο χώμα κυνηγώντας το ασήμι. Ο δάσκαλος μιλά αυστηρά: «Κάνατε το σπίτι του πατέρα μου μαγαζάκι!» Κι όλο πλησιάζει σε άλλον και έπειτα σε άλλον κάνοντας το ίδιο. Πότε ξανά δεν τον έχω δει σε αυτή την κατάσταση. O ήρεμος και γλυκός δάσκαλος είναι τώρα ο αυστηρός υπερασπιστής του νόμου. Είναι το αφεντικό που διώχνει από την περιουσία του τους κλέφτες που τη λυμαίνονται. Γίνεται φασαρία. Κόσμος μαζεύεται. Πολλοί κουνάνε επιδοκιμαστικά το κεφάλι. Τα αρνιά ταραγμένα από το θόρυβο βελάζουν όλο και δυνατότερα.

Στην είσοδο του ναού προβάλλουν φαρισαίοι. Είναι μαζί με το ιερατείο του Ναού. Κοιτάζουν τους εμπόρους, προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Έπειτα τους γνεύουν με ένα καθησυχαστικό νεύμα. Αυτοί είναι τα αφεντικά. Ξέρουν να χειρίζονται ταραχοποιούς κι επαναστάτες. Εκείνη την ώρα ανησυχώ περισσότερο. Δεν είναι λίγοι οι ταραχοποιοί που παραδόθηκαν από το ίδιο το ιερατείο στον εκάστοτε ρωμαίο τοπάρχη για να τιμωρηθούν. Φοβάμαι γι αυτόν. Έπειτα το φόβο μου φουντώνει μια σκέψη: «Το τελευταίο Πάσχα που θα είμαι μαζί σας!»

Ο δάσκαλος έχει τραβηχτεί πιο πέρα. Μερικοί φαρισαίοι τον πλησιάζουν και ανοίγουν μαζί του κουβέντα. Το βλέμμα τους με ψεύτικη ευγένεια προσπαθεί να κρύψει το μίσος που νιώθουν γι αυτόν. Τον ρωτούν με ποια εξουσία ανακατεύεται στο ναό. Εκείνος απαντάει την ερώτηση με μία δικιά του. Αν απαντήσουν αυτοί λέει θα τους απαντήσει και αυτός. Οι φαρισαίοι τα βρίσκουν σκούρα. Αποφεύγουν την απάντηση και ο δάσκαλος αρνείται να απαντήσει και αυτός με τη σειρά του. Έπειτα έρχονται άλλοι, οι Σαδδουκαίοι. Νομίζω ότι αυτοί θέλουν να αποδείξουν στους πρώτους πως θα τα καταφέρουν καλύτερα. Ξεκινάνε με μια περίεργη ιστορία με μια γυναίκα που τάχα την παντρεύτηκαν ακολουθώντας κατά γράμμα το Νόμο εφτά αδέρφια με τη σειρά. Ζητούν να μάθουν σε ποιον θα ανήκει στην Βασιλεία των Ουρανών. Στην πραγματικότητα θέλουν να αποδείξουν ότι δεν βγάζει νόημα η ύπαρξη της Βασιλείας. Ο δάσκαλος τους επιτιμά. Σκέφτονται με λάθος τρόπο. Αδέρφια λέει θα είμαστε όλοι στη βασιλεία των ουρανών σαν τους αγγέλους. Οι φαρισαίοι ξανάρχονται με άλλα ερωτήματα. Ο Ραββί υπομονετικά εξηγεί. Με ιστορίες. Με παραδείγματα. Με αγάπη. Μα εκείνοι μισούν. Μοιάζουν έτοιμοι να πιαστούν από έναν λόγο του και να τον παγιδέψουν. Τα πράγματα μετά θα είναι πιο εύκολα γι αυτούς. Η αλήθεια, η όποια αλήθεια, θα γίνει όπλο στα χέρια του Νόμου. Όχι του θείου! Του ανθρώπινου. Όποιος διαφωνεί μαζί του δε θα χάσει την αιώνια ζωή. Θα χάσει κι ετούτη!

Ο δάσκαλος νιώθει πως είναι η ώρα να τους τα πει έξω από τα δόντια. Σηκώνει ένα άλλο φραγγέλιο και τους χτυπά. Όχι εκείνο των ρωμαίων στρατιωτών. Ούτε καν το διπλωμένο σκοινί που χτύπησε τα τραπέζια πριν λίγο. Είναι το φραγγέλιο της αλήθειας. Κάθε της άκρη ένα παράδειγμα της υποκρισίας τους. Κάθε παράδειγμα με ένα μικρό μολύβδινο άκρο. Μια μικρή λεξούλα που όλοι οι μυαλωμένοι Ιουδαίοι σκέφτονται αλλά κανείς δεν τολμά να τους πετάξει στα μούτρα: Ουαί! Ουαί! Ουαί!

Φράση τη φράση τους ξεμπροστιάζει μπροστά στα μάτια όλων! Αποδεικνύει, με περίτρανο τρόπο, το μεγάλο τους αμάρτημα. Την υποκρισία. Την προσπάθεια να δείξουν ότι κοροϊδεύουν τον Νόμο που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Δηλαδή το Θεό. Τα «ουαί» δεν λένε να τελειώσουν. Όταν φτάνουν στο τέλος οι Φαρισαίοι αποσύρονται με τα πρόσωπα πιο σκοτεινιασμένα από ποτέ.

Στο γυρισμό στη Βηθανία το απογευματάκι είμαστε όλοι αμίλητοι. Για μένα τίποτα καλό δεν προμηνύει το σημερινό ξεκαθάρισμα. Φοβάμαι. Τον βλέπω ήρεμο και αποφασιστικό να προχωρά δίπλα μου. Ψελλίζω την προσευχή που μας δίδαξε. Κομπιάζω στο «γενηθήτω το θέλημά Σου». Αναπαύομαι στην κραυγή: «Και μη εισενέγκεις ημάς εις Πειρασμόν». Τα μάτια μου κλείνουν. «Ρύσαι…


Αλεξανδρεύς


Πηγή: anastasiosk.blogspot.com

Ξεκίνημα - Αλεξανδρεύς (I)

 


Ξεκίνημα 

Στεκόμαστε εδώ στην άκρη της πόλης. Το βράδυ στην Βηθανία πέρασε ήσυχα. Η Μαρία σε μιαν άκρη με τα μαλλιά να μοσχοβολούν νάρδο και την καρδιά γεμάτη αγαλλίαση. Δεν ξέρει τι θα ακολουθήσει. Ο Λάζαρος κοιμήθηκε ήσυχα στο δεύτερο βράδυ της δεύτερης ζωής του. Η ανάσα του σαν του μωρού παιδιού. Ο Ιησούς πρέπει να ξαγρύπνησε πάλι στην προσευχή. Σηκωθήκαμε με το πρώτο φως του ήλιου. Προχωράμε τώρα στην πόλη που απλώνεται μπροστά μας. Ο δρόμος είναι ανηφορικός. Η συκιά με μαραμένα τα μεγάλα φύλλα της έμεινε πριν λίγο πίσω μας. Βαδίζουμε προς το ναό. Ο θόρυβος των αργυραμοιβών φτάνει ως εδώ. Ανακατεμένες φωνές και βελάσματα. Αρνιά, άλογα και λογικά. Τούτη η βδομάδα που ξεκινά με φοβίζει.

Σφίγγω το χέρι στο ραβδί μου. Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα…


Αλεξανδρεύς

Πηγή: anastasiosk.blogspot.com

6/10/23

Αλεξανδρεύς: Ο αγαπημένος μου δάσκαλος (με αφορμή την παγκόσμια ημέρα εκπαιδευτικών - 5.10)

 


Ο αγαπημένος μου δάσκαλος

«Δάσκαλος προσβεβλημένος από την πολιομυελίτιδα συνεχίζει το καθήκον του παλεύοντας με το πρόβλημα της υγείας του. Λόγω αναπηρίας οι μαθητές τον βοηθούν να φτάσει στο σχολείο. Οι μαθητές τον αγαπούν τόσο πολύ ώστε τον βοηθούν από το να πιει νερό μέχρι ό,τι άλλο χρειάζεται. Προσπαθούν να τον κάνουν χαρούμενο και τον βοηθούν να ξεχάσει όλες τις αναπηρίες του. Είναι ο ανθρωπιστικός δεσμός μεταξύ του δασκάλου και των αγαπημένων του μαθητών.»

Με αυτόν τον τίτλο και αυτή την επεξηγηματική ιστορία η σειρά φωτογραφιών του Ινδού φωτογράφου Suman Ballav κέρδισε σε παγκόσμιο διαγωνισμό γνωστής μάρκας φωτογραφικών ειδών.

Με το παλιό «κουσούρι» της αγάπης στην φωτογραφία, έπεσα πάνω της σ’ ένα φωτογραφικό σάιτ και … ζήλεψα. Δεν ζήλεψα το φωτογράφο που είχε τη δυνατότητα να αποτυπώσει μια τέτοια μοναδική σκηνή. Ούτε γιατί χάρις σ’ αυτήν κέρδισε έναν τόσο σπουδαίο διαγωνισμό.

Ζήλεψα τον ανάπηρο δάσκαλο. Τον κατασημαδεμένο από την πολιομυελίτιδα που χρειάζεται βοήθεια ακόμα και για το παραμικρό στην καθημερινότητά του.

Τον ζήλεψα που δεν τα παράτησε στο βίο του, δεν έμεινε να αυτολυπάται και να καταριέται την τύχη του.

Τον ζήλεψα που διάλεξε να γίνει δάσκαλος και να εμπνέει, αυτός ο ανάπηρος, ο χωλός (επιτρέπεται άραγε, για λόγους παραπομπής σε άλλο συγκείμενο, ο όρος «ο εκ γενετής χωλός»;)

Τον ζήλεψα που τα κατάφερε να γίνει αυτό που ήθελε και να διδάσκει σ’ αυτή την ηλικία διαχωρίζοντας το προσωπικό του δράμα από την αποστολή του.

Μα πιο πολύ τον ζήλεψα για την απέραντη, τη σταθερή, την παραμυθητική αγάπη των μαθητών του. Εκείνων που όχι μόνο τού υπηρετούν τις μικρές ή μεγαλύτερες αναπηρίες, μα δέχονται να τον σηκώνουν –μαθητές αυτοί τον δάσκαλο- στους εφηβικούς τους ώμους, γενόμενοι υποζύγια αγάπης ανώτερα του Κλεόβη και του Βίτωνος μιας και εκείνοι μετέφεραν ζευγμένοι την βιολογική τους μητέρα, ετούτοι δε -ως υποζύγια κυριολεκτικά- τον «πνευματικό» τους πατέρα.

Ξέρω πως η μετανεωτερικότητα της δυτικής κοινωνίας δεν αντέχει την κυριολεκτική μίμηση αυτού του παραδείγματος. Μα αναρωτιέμαι: πόσο μας αγάπησαν στα αλήθεια οι εκατοντάδες -ή μάλλον οι χιλιάδες μαθητές που πέρασαν από τα χέρια μας; Υπήρξε έστω ένας που θα μας σήκωνε για μια φορά στην πλάτη του;

Παγκόσμια μέρα εκπαιδευτικών σήμερα κυρίες και κύριοι συνάδελφοι! Έρρωσθε!


Αλεξανδρεύς






https://www.nikon-photocontest.com/en/awards/2022/photo_story_category/art_02.html


ΠΗΓΗ: ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣΚ

20/2/10

3 ιστορίες μ. Χ. - Ιστορία Δεύτερη


ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ

Η μικρή Ίρμα δεν ξέρει τίποτα για την ηρωίδα του Άντερσεν. Δεν την γνώρισε ποτέ και μάλλον ούτε θα τα καταφέρει. Τα πολύχρωμα χοντρά βιβλία, που γράφουν την ιστορία της, δεν είναι κάτι που έχει έστω και τις ελάχιστες πιθανότητες να πέσουν στα χέρια της. Αλλά και αν ακόμα έπεφταν, και μάλιστα μεταφρασμένα στα ινδικά, τη μητρική της γλώσσα, η μικρή μας Ίρμα δε θα κατάφερνε ούτ' ένα γράμμα να διαβάσει. Το πολύ - πολύ να κοίταζε τις εικόνες του μικρού κοριτσιού του Βορρά αλλά και πάλι δε θα ήταν σε θέση να αποκρυπτογραφήσει τη φτώχεια μέσα στις πολύχρωμες εικόνες του βιβλίου. Για τα δικά της μάτια τόσα πολλά χρώματα τυπωμένα στο απαλό χαρτί, που αγγίζουν τα δάχτυλά της, σημαίνουν κάτι, που δεν ξέρει πώς το λένε. Ίσως ευτυχία να είναι μια πολύ αδύναμη λέξη για να το εκφράσει.

Τα δικά της μάτια συνήθισαν να βλέπουν μόνο θολά, όπως η ηρωίδα του Δανού βλέπει τα όνειρά της. Μα της Ίρμας το θόλωμα είναι απ' τους καπνούς και τους ατμούς της βιοτεχνίας σπίρτων, που δουλεύει. Και τα χρώματα είναι πάντα ίδια. Ανάμεσα στο κίτρινο απ' το θειάφι και το μαύρο του φωσφόρου.

Έτσι κι αλλιώς θα αρχίσει πολύ σύντομα να βλέπει μονάχα όνειρα. Αυτό της φωνάζουν τα δάκρυα, που ασταμάτητα τρέχουν απ' τις αναθυμιάσεις. Δεν τολμά να τα σκουπίσει με τα χέρια της. Είναι σχεδόν βουτηγμένα στη «χημεία», καθώς κρατούν τα μικρά ξύλα, που θα γίνουν τα σπίρτα της φίλης της από τη Δανία. Μα και όταν η μικρή Ίρμα θα πάψει να βλέπει αυτό τον κόσμο, ακόμα και με ανοιχτά μάτια, δε θα μπορεί να δει ούτε ωραία όνειρα.
 

Η δική της γιαγιά είναι στην καλύβα τους, τυφλή κι αυτή και δεν μπορεί να την πάρει μαζί της στον ουρανό. Η Ίρμα δεν μπορεί να δει ωραία όνειρα, γιατί τα ωραία όνειρα είναι μια συνταγή τής φαντασίας, που πλάθεται από ωραία υλικά. Κι αυτά της λείπουν, ούτε καν τα ξέρει. Κοιτάζω την Ίρμα τώρα, που ακόμα με βλέπει. Κοιταζόμαστε μέσα απ' τους καπνούς. Και φοβάμαι, πως κάτι δεν μπορώ να της το εξηγήσω. Όχι πράγματα δύσκολα για το μυαλό της των δέκα χρονών.

Να! δυσκολεύομαι να της εξηγήσω γιατί κάθε χειμώνα, και μάλιστα Χριστούγεννα, διαβάζουμε στα παιδιά μας καθισμένοι δίπλα στο τζάκι την ιστορία της ηρωίδας του Άντερσεν κι αυτά - κάποτε κι εμείς - δακρύζουμε!!!...


Αλεξανδρεύς

περ. Η ΔΡΑΣΙΣ ΜΑΣ, Ιούνιος '94

18/2/10

3 ιστορίες μ. Χ. - Ιστορία Πρώτη


Με εξεταστική ματιά η κυρία ερευνά κάθε εκατοστό του πολύχρωμου χαλιού, που είναι απλωμένο μπροστά της. Πλεγμένο από πρώτης ποιότητος υλικό με τέχνη και φροντίδα που δηλώνουν την παρουσία τους, αποτελεί «χάρμα οφθαλμών». Το πολύπλοκο και αριστοτεχνικά πλεγμένο σχέδιο με πάμπολλες αποχρώσεις και λεπτομέρειες μπορούν άνετα να το κατατάξουν στα έργα τέχνης.

- «Μην το σκέφτεστε, είναι ένα αριστούργημα, ένα πραγματικό έργο τέχνης», εξωτερικεύει τις σκέψεις της υποψήφιας αγοράστριας ο πωλητής του καταστήματος. Αυτή νοιώθει πως τα λεγόμενά του ανταποκρίνονται και στις δικές της απόψεις, αισθάνεται όμως την ανάγκη να προβάλει τις καθιερωμένες αντιρρήσεις κάθε απαιτητικού αγοραστή.

- «Θα το ήθελα με λίγο περισσότερο γαλάζιο», αντιλέγει. Υπομονετικά σκύβει ο υπάλληλος και αντικαθιστά το χαλί με κάποιο άλλο, εξίσου θαυμάσιο. Μετά από αρκετές προσπάθειες κάποιο δείχνει να την ικανοποιεί. Τα μάτια της λάμπουν. Αρχίζουν να χαμογελούν και τα μάτια του πωλητή. Ακολουθεί, σαν κλείσιμο του τελετουργικού, η τελική ερώτηση. Η κυρία βέβαια ξέρει την απάντησή της, θεωρεί όμως καθήκον της να την υποβάλει.

- «Είναι χειροποίητο;» Ο υπάλληλος χαμογελά με ανακούφιση. Μια τέτοια ερώτηση είναι σημάδι επιλογής. Δείχνει με το βλέμμα του το περιβάλλον του καταστήματος σαν να το καλεί ως αδιάψευστο μάρτυρα της απαντήσεώς του. Τέλος, με τη σιγουριά που του εμπνέει η προσεκτικά ραμμένη ετικέτα στο πίσω μέρος του χαλιού, θεωρεί ότι δυο λέξεις μόνον αρκούν:

- «Μα βέβαια»! και προσθέτει: «Εξάλλου θα πάρετε και γραπτή εγγύηση».
...............
Ο μικρός Α. κοιτάζει τα χέρια του. Τα παρακολούθησε μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, ώρα με την ώρα πες καλύτερα, να αλλάζουν. Είναι μόλις 8 χρονών κι οι ώρες τής ζωής του πέρασαν μία-μία μέσα απ' τα δέκα παιδικά του δάχτυλα. Είναι ώρες μετρημένες μία-μία σαν τις κλωστές, που τα δάχτυλα αυτά περνούν. Είναι λεπτά και δευτερόλεπτα μετρημένα σαν τα εκατομμύρια τους μικρούς γερούς κόμπους, που έδεσαν τα δάχτυλά του. Είδε την ψυχή του να δένεται χιλιάδες φορές μαζί με το απαλόχρωμο νήμα. Κατάλαβε την παιδική του ύπαρξη να τεντώνεται, όπως τεντώνονται τα μικρά πολύχρωμα κομματάκια μαλλιού, που τραβά. Ένιωσε μαζί με τα δάχτυλα να πονά και κάτι εκεί βαθειά μέσα στο λαρύγγι του την ώρα, που κατάπινε τα βουβά δάκρυά του. Ήταν αμίλητος ο μικρός Α. γιατί η ψυχή του κραύγαζε. Ένιωθε πιο οξύ τον πόνο του «γιατί», από αυτόν της βίτσας τ' αφεντικού του. Ενός «γιατί», που πολλαπλασιαζόταν εκατό φορές σαν τους μικρούς - απαράλλαχτα όμοιους - συναδέλφους του, που δούλευαν πλάι του κάτω απ' την ίδια βίτσα. Εκατόν «γιατί» μαζεμένα σαν να μην ήταν αρκετό κι ένα μόνο - στο απύθμενο βάθος του - για τις δυνάμεις του οχτάχρονου μυαλού του.

Τέλος δεν άντεξε. Κοντά στην ψυχή του, που χρόνια τώρα αιμορραγούσε, είδε τα δάχτυλά του να ματώνουν, να ματώνουν κι αυτά. Βιαστικά τα σκούπισε στα κουρέλια, που φορούσε, να μη λερώσει το γαλάζιο χαλί.
 ..............


Η κυρία κοιτάζει προσεκτικά, χαϊδεύει λες με το βλέμμα της, το καινούργιο της απόκτημα. Και τότε είναι που παρατηρεί μια μικρή, απειροελάχιστη, κοκκινωπή πινελιά στο γαλάζιο «θέμα» του χαλιού της.

- Κάτι θα τους έσταξε, σκέφτεται κι ετοιμάζεται να παραπονεθεί. Είναι πραγματικά εξοργιστικό, αν σκεφθεί κανείς το επταψήφιο νούμερο της τιμής του.

Ο καταστηματάρχης συμφωνεί. Μυστικά συμφωνούν και οι δυό, πως ο «κόκκινος λεκές» πρέπει να φύγει. Ίσως φοβούνται μήπως προχωρήσει και στις άλλες γαλάζιες κλωστές. Μήπως κοκκινίσει ολόκληρο τον γαλάζιο ορίζοντά τους.
 

Να σβήσει «ο αιμάτινος λεκές», η πραγματική εγγύηση και η τιμή του έργου.

Αλεξανδρεύς
Περ. Η ΔΡΑΣΙΣ ΜΑΣ, Μάιος 1994


27/12/09

Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής...



Θά 'θελα να σε  ζωγραφίσω μέσα σε μια ορθόδοξη εκκλησία. Να σε τοποθετήσω απέναντι απ' την εικόνα της Γέννησης του Θεανθρώπου. Διψώ να σου δώσω ένα πρόσωπο, για να ξορκίσω τον εφησυχασμό μου. Θέλω να σε βγάλω από το μακρινό παρελθόν και να σε ξέρω ξανά, ενοχλητικά μέσα στο παρόν μου. Ξέρεις, όσο κουραστικός κι αν είναι ο χρόνος σε μας τους ανθρώπους με την ασταμάτητη ροή του, τόσο μπορεί να γίνει φίλος και σύμμαχος. Το τέλειο άλλοθι. 

Γι’ αυτό πρέπει, Ραχήλ, να ξεφύγεις από τον «καιρό εκείνο». Πρέπει να πάψεις να κλαις μέσα από εικόνες, ένα πρόσωπο,   πού δε μας θυμίζει τό «τώρα». Πρέπει να σε δούμε με το πρόσωπο, που αναγνωρίζουμε στα δελτία ειδήσεων, πρέπει να θυμηθούμε πως υπάρχεις και σήμερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Πώς τα παιδιά σου πεθαίνουν κάθε μέρα. Όχι μια φορά το καθένα, αλλά χιλιάδες, ατέλειωτες φορές. 

Πεθαίνουν, καθώς δουλεύουν στις χωματερές των σκουπιδιών μας για να μαζέψουν τον επιούσιο άρτο, λίγο γυαλί ή μέταλλο ανάμεσα στα σκουπίδια.
Πεθαίνουν μέσα στις αναθυμιάσεις των μικρών που αναπνέουν. Πεθαίνουν κάθε φορά που χώνονται κάτω από μια σακούλα ή ένα χαρτόνι για να περάσουν άλλη μια νύχτα.
Πεθαίνουν κάθε φορά που γίνονται θύματα της πιο βάρβαρης κακοποίησης από τους χορτασμένους Ευρωπαίους και Αμερικανούς «πολιτισμένους». Πεθαίνουν κάθε φορά, που κι η μεταπτωτική φύση τους γκρεμίζει ή τους πλημμυρίζει το σπίτι, εκείνο το καλύβι που κατόρθωνε να σκεπάζει την ύπαρξή τους.
 

Σε βλέπω να κλαις, Ραχήλ, κι είναι — το ξέρω — πολύ περισσότερα από 14.000 τα παιδιά σου. Πώς να αντέξεις κι εσύ; Απόκαμες στο κλάμα σου. Δεν αντέχεις άλλη φτώχεια, πείνα, ορφάνια, εκμετάλλευση για τα παιδιά σου.
 

Ακούς πώς εμείς γιορτάζουμε τούτες τις μέρες. Μα εσύ δε γιόρτασες ποτέ. Δεν στέγνωσε το μάτι σου. Δεν ειρήνεψε το πρόσωπό σου. Δεν ήρθε για σένα ούτε η ειρήνη ούτε η ευδοκία. 

Ραχήλ, σε θυμάμαι, δεν ξέρω αν αυτό σου λέει κάτι, εκεί στον πόνο σου.

Αλεξανδρεύς