Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Ο ΣΩΤΗΡ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Ο ΣΩΤΗΡ". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27/5/23

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – Ἡ Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ» ἀπαντᾶ σέ ψευδεῖς κατηγορίες

 


Μέ ἀφορμή πρόσφατα δημοσιεύματα τά ὁποῖα περιέχουν ἐντελῶς ψευδεῖς καί ἀνυπόστατες κατηγορίες ἐναντίον τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ» γιά δῆθεν ἐμπλοκή της σέ πολιτικές διεργασίες καί κομματικούς σχηματισμούς, πληροφοροῦμε ὅσους δέν τό γνωρίζουν, ὅτι πάγια τακτική τῆς Ἀδελφότητος εἶναι νά μήν ἀναμειγνύεται στήν πολιτική· γι᾿ αὐτό καί δέν ὑποδεικνύει σέ κανέναν τί νά ψηφίσει, οὔτε ἔμμεσα οὔτε ἄμεσα, σεβόμενη τήν ἐλεύθερη βούληση καί τῶν μελῶν καί τῶν συνεργατῶν της.

Ἡ διακονία τῆς Ἀδελφότητος εἶναι καθαρά πνευματική καί ἐπιτελεῖται μέσα στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί μέ τήν εὐλογία της, μέ σκοπό τή διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί τήν πνευματική οἰκοδομή τῶν πιστῶν. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἔξω ἀπό τήν ἀποστολή της ὁποιαδήποτε ἀνάμειξη εἴτε στήν ἐκκλησιαστική διοίκηση εἴτε – πολύ περισσότερο – στήν πολιτική. Αὐτό ἀποδεικνύει ἡ μέχρι τώρα ἱστορία της, αὐτό ἀποτελεῖ καί θεμελιώδη ἀρχή της: νά διαδίδει τό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου ἀνόθευτο πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως κομμάτων καί παρατάξεων.

Τή σαφή ἀποστασιοποίηση τῆς Ἀδελφότητος ἀπό ὁποιαδήποτε ἐμπλοκή στήν πολιτική μπορεῖ νά διαπιστώσει κάθε καλοπροαίρετος ἐρευνητής, μελετώντας τά δύο περιοδικά πού ἐκδίδει ἐδῶ καί δεκαετίες: τό ἐπίσημο ὄργανό της, περιοδικό «Ὁ Σωτήρ», καί τό γνωστό μαθητικό περιοδικό «Πρός τή Νίκη». Τό «Πρός τή Νίκη» κυκλοφορεῖ ἀνελλιπῶς ἀπό τό 1960 μέ τόν τίτλο αὐτό καί δέν ἔχει καμία σχέση μέ νεοπαγέντα κομματικό σχηματισμό πού χρησιμοποιεῖ παρεμφερή ὀνομασία.

Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω καλοῦμε ὅσους ἔχουν δημοσιεύσει ἀναληθή στοιχεῖα συκοφαντώντας τήν Ἀδελφότητα καί προκαλώντας σκανδαλισμό στό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, νά ἀνακαλέσουν ἀμέσως, ἀνασκευάζοντας τίς ψευδεῖς κατηγορίες καί δημοσιεύοντας τήν παροῦσα ἀνακοίνωση. Διαφορετικά ἐπιφυλασσόμαστε γιά κάθε νόμιμη ἐνέργεια.


Ἀδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ»


15/1/21

† Ἀρχιμ. Γρηγόριος Μουσουρούλης

 


† Ἀρχιμ. Γρηγόριος Ἰω. Μουσουρούλης (1950-2021)


Μόλις εἶχε ἀρχίσει νὰ ροδοχαράζει ἡ αὐγὴ τῆς 11ης Ἰανουαρίου, ὅταν ἡ μακαρία ψυχὴ τοῦ σεβαστοῦ καὶ ἀγαπητοῦ μας πατρὸς Γρηγορίου πέταξε στὰ οὐράνια δώματα τοῦ παντοκράτορος Κυρίου, ὑποκύπτοντας σωματικῶς στὸν ἰὸ τῆς πανδημίας.

Ὁ ἀείμνηστος π. Γρηγόριος Μουσουρούλης ἦταν γόνος τῆς μυροβόλου νήσου Χίου. Γεννήθηκε τὸ ἔτος 1950 στὸν Δαφνώνα, στοὺς κόλπους μιᾶς ἀγροκτηνοτροφικῆς οἰκογένειας ἀπὸ γονεῖς πτωχοὺς μέν, ἀλλὰ πιστοὺς στὶς ἑλληνορθόδοξες παραδόσεις τῆς πατρίδας μας. Ὡς μαθητὴς γυμνασίου ἐπὶ ἕξι ὁλόκληρα χρόνια «ὄρθρου βαθέος» ὁδηγοῦσε τὸ ὑποζύγιό τους φορτωμένο μὲ ἀγροτικὰ προϊόντα στὴ λαχαναγορὰ τῆς πόλεως (ἀπόσταση 10 χιλιομέτρων περίπου), ὥστε νὰ ἐξοικονομεῖ κάποιο εἰσόδημα στὴν πατρική του οἰκογένεια. Διακρινόταν γιὰ τὴν ἄριστη ἐπίδοσή του στὰ μαθήματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἦθος του.

Στὰ φοιτητικά του χρόνια ἡ θεία Πρόνοια τὸν ὁδήγησε στὸ χριστιανικὸ οἰκοτροφεῖο τῆς «ΓΕΧΑ» Θεσσαλονίκης, ὅπου ἀναπαύθηκε πνευματικὰ καὶ ὅπου ἐργαζόταν – ταυτόχρονα μὲ τὶς σπουδές του – ὡς βοηθὸς τοῦ τότε διευθυντοῦ ἀειμνήστου Εὐστρατίου Βαμβουκλῆ, ποὺ ἦταν παλαιὸ μέλος τῆς Ἀδελφότητός μας. Παράλληλα ὁ φοιτητὴς Γρηγόριος ἐνσωματώθηκε σύντομα στὸ ἱεραποστολικὸ δυναμικὸ τῆς πόλεως τοῦ ἁγίου Δημητρίου ὡς κατηχητὴς καὶ στέλεχος τῶν νεανικῶν τομέων τοῦ Ἱεραποστολικοῦ Συλλόγου «Ὁ Μέγας Βασίλειος».

Μετὰ τὴ λήψη τοῦ πτυχίου τῆς κλασικῆς φιλολογίας συνέχισε τὶς σπουδές του στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ ΑΠΘ, ὑπηρετώντας συγχρόνως τὴν παρατεταμένη – λόγῳ ἐθνικῶν περιπετειῶν – στρατιωτικὴ θητεία του. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴν ἀπόλυσή του εἰσῆλθε στὴν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», ὅπου ἤδη ἐργαζόταν μὲ ζῆλο στὴ «Διεκπεραίωση» τῶν περιοδικῶν της. Ἡ ἔνταξή του στὴν Ἀδελφότητα καὶ ἡ διακονία του στὰ ἱεραποστολικὰ ἔργα της, εἴτε χειρωνακτικὰ εἴτε καθαρῶς πνευματικά, τοῦ ἐνίσχυαν τὸν ἐνθουσιασμὸ καὶ τὴ διάθεση νὰ παραβλέπει κάθε ἀπαιτούμενο κόπο καὶ μόχθο, προκειμένου ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ τρέχει καὶ νὰ διαδίδεται ἀνεμπόδιστα.

Ὑπηρέτησε ὡς λαϊκὸς θεολόγος ἐπὶ 11 χρόνια (1980-1991) στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Μεσσηνίας καὶ ἐπὶ 7 χρόνια (1991-1998) στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας (μὲ βάση τὸ Ἀγρίνιο), ὅπου διακρίθηκε ὡς δόκιμος κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὡς διακριτικὸς σύμβουλος ἑκατοντάδων παιδιῶν καὶ νέων. Στὴ συνέχεια ἐπὶ μία τριετία ὁρίσθηκε διευθυντὴς τοῦ Οἰκοτροφείου φοιτητῶν τοῦ «Μ. Βασιλείου» στὴν Ἀθήνα, ὅπου συμπαραστάθηκε μὲ πολλὴ ἀγάπη στὰ προβλήματα τῆς χριστιανικῆς νεολαίας.

Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 2001 μετακινήθηκε στὴ μεγαλόνησο Κύπρο, ὅπου ξεδίπλωσε ὅλα τὰ χαρίσματα τοῦ χριστοκεντρικοῦ χαρακτήρα του ἐπὶ 20 σχεδὸν χρόνια. Μὲ βάση του τὴν πόλη τῆς Λεμεσοῦ ἐπισκεπτόταν τακτικὰ τὴν πρωτεύουσα Λευκωσία, ἀλλὰ καὶ τὴν πόλη τῆς Πάφου, κηρύττοντας «Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. β΄ 2). Ἐνδεικτικὸ παράδειγμα τοῦ ἔνθεου ζήλου του ἦταν τὸ ὅτι, μέσα σὲ μερικὰ χρόνια, ἐκφώνησε 400 περίπου ἁγιογραφικὲς ὁμιλίες ἀπὸ τὸν ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ.

Ὁ π. Γρηγόριος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπεδίωξε ποτὲ θέσεις καὶ ἀξιώματα, ἦταν κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ προορισμένος νὰ διακονήσει τὸν πολύπαθο κυπριακὸ λαὸ καὶ ἀπὸ ὑψηλότερη ἔπαλξη. Ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος Β΄ τὸν εἶχε ἐπισημάνει ὡς ἱκανὸ ὁμιλητὴ καὶ τὸν τοποθέτησε ὡς τακτικὸ ἱεροκήρυκα στὸν καθεδρικὸ ναὸ Ἁγίου Ἰωάννου Λευκωσίας, ἀπὸ ὅπου τὰ κηρύγματά του παρακολουθοῦσαν μέσῳ ραδιοφώνου οἱ εὐλαβεῖς Χριστιανοὶ ὅλης τῆς Κύπρου. Ἔπειτα ἀπὸ ἐπίμονη προτροπὴ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, τὸν Μάιο τοῦ 2014 ἔγινε μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Τροοδίτισσας, χειροτονήθηκε δὲ διάκονος καὶ πρεσβύτερος ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Μακαριωτάτου.

Γιὰ τὴν ἀφειδώλευτη προσφορά του στὴν Ἐκκλησία τῆς Μεγαλονήσου ἂς ἀκούσουμε λίγα λόγια τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ προϊσταμένου του. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Χρυσόστομος, ἐμφανῶς συγκινημένος, εἶπε ὅτι «χάσαμε σήμερα ἕναν καλὸ συνεργάτη. Ὁ πατὴρ Γρηγόριος ἦταν μιὰ πελεκητὴ πέτρα ποὺ ὅπου τὴν ἔβαζες ταίριαζε. Ἦταν ἐφημέριος τοῦ καθεδρικοῦ ναοῦ, θεολόγος, φιλόλογος, ἀλλὰ καὶ ἕνας θαυμάσιος κήρυκας, ἄνθρωπος τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς δουλειᾶς. (…) Ἦταν πάντοτε πρόθυμος καὶ ἀφοσιωμένος…».

Ἀλλὰ καὶ ἕνας προσωπικὸς φίλος τοῦ π. Γρηγορίου, έντυπωσιασμένος ἀπὸ τὰ ψυχικὰ χαρίσματά του, ἔγραψε τὴν ἡμέρα τῆς ἐκδημίας του: «Μπορῶ νὰ πῶ ἀνεπιφύλακτα πὼς ὁ Γέροντας ἦταν “ἄρτιος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος”, ὁλοκληρωμένη πνευματικὴ προσωπικότητα. Ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ καὶ γνήσιο τέκνο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Φιλακόλουθος, εὐλαβής, παραδοσιακὸς κληρικός, ἐργατικός, καταδεκτικός, προσηνὴς καὶ φιλάδελφος».

Ἂς μὴ νομισθεῖ ὅμως ὅτι ἡ 40ετὴς διακονία τοῦ ἀείμνηστου ἀδελφοῦ μας «στὸν ἀγρὸ τοῦ θερισμοῦ» ὑπῆρξε ἀνέφελη. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σωματικὲς παθήσεις, ποὺ εἶχαν πληθύνει τὰ τελευταῖα χρόνια, ἀντιμετώπιζε κατὰ καιροὺς καὶ ἄλλες ἀντιξοότητες, μὲ συνέπεια νὰ πάσχει ἡ εὐαίσθητη ψυχή του. Ὡστόσο τὰ ξεπερνοῦσε στηριζόμενος μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν προστασία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπισκίαζε ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ἡ ὑποδειγματικὴ αὐταπάρνησή του, ἡ πηγαία ἀγάπη καὶ ἡ ὁλοκάρδια ἀφοσίωσή του στὸ πρόσωπο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Μὲ τὴν εἰκοσαήμερη περίπου τελευταία περιπέτεια τῆς ὑγείας του πιστεύουμε ὅτι ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς καθάρισε τὴν ὁσία ψυχή του «ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ» (Σοφ. Σολ. γ΄ 6), γιὰ νὰ τὴν ἀσφαλίσει στὴν αἰώνια Βασιλεία Του.

Τοῦ μακαριστοῦ ἀδελφοῦ μας καὶ ζηλωτοῦ κληρικοῦ πατρὸς Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε ἕνας σύγχρονος «Καλὸς Σαμαρείτης», ἂς εἶναι «αἰωνία ἡ μνήμη»!  


† Ἀρχιμ. Γαβριὴλ Γρ. Ἀθανασιάδης

 


† Ἀρχιμ. Γαβριὴλ Γρ. Ἀθανασιάδης (1928-2020)


Μόλις εἶχε ἀνατείλει ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Ἐλευθερίου (15 Δεκεμβρίου), ὅταν ἡ ψυχὴ τοῦ σεβαστοῦ ἀδελφοῦ μας π. Γαβριὴλ Ἀθανασιάδη, ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς προσκαίρου ζωῆς, ἀνεχώρησε γιὰ τὴν αἰωνιότητα.

Ὁ π. Γαβριήλ (κατὰ κόσμον Γεώργιος) γεννήθηκε τὸ ἔτος 1928 στὴν Παναγίτσα τῆς Ἔδεσσας μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Ἀργυρούπολη τοῦ Πόντου. Μετὰ τὴν ἐγκύκλια μόρφωσή του σπούδασε τὴν ἱερὴ Ἐπιστήμη στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. Τὸ ἔτος 1955 ἐντάχθηκε στὴν Ἀδελφότητα Θεολόγων «Ζωή», ἀπὸ δὲ τὸ ἔτος 1960 ἔγινε ἱδρυτικὸ μέλος τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ». Κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἀφιερώσεώς του προσέφερε ἀφανῶς τὶς ὑπηρεσίες του στὴν «Οἰκονομία» τῆς Ἀδελφότητος. Στὸν ἱεραποστολικὸ τομέα ὁ π. Γαβριὴλ δραστηριοποιήθηκε μὲ ζῆλο ὡς κατηχητὴς τῆς νεολαίας ἀπὸ τὸ 1952 καὶ ἑξῆς.

Ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1960 ὁρίσθηκε διευθυντὴς τοῦ φοιτητικοῦ Οἰκοτροφείου στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ὑπηρέτησε ἐπὶ τέσσερα χρόνια, ἐνῶ κατὰ τὴν ἑπόμενη τριετία διακόνησε ὡς λαϊκὸς θεολόγος στὰ ἱεραποστολικὰ ἔργα τῆς Χίου. Μεγάλο γεγονὸς στὴ ζωή του ὑπῆρξε ἡ μοναχικὴ κουρὰ καὶ ἡ χειροτονία του εἰς διάκονον στὴν Ἀθήνα τὸν Νοέμβριο τοῦ 1967, ἐνῶ στὸν δεύτερο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης χειροτονήθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ ἑπόμενου ἔτους.

Στὴ συνέχεια τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1969 ἐγκαταστάθηκε στὴν Πάτρα ὡς ἐπίσημος ἱερο­κήρυκας τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ 45 ὁλόκληρα χρόνια, διακονώντας τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ ἰδιαίτερο ζῆλο καὶ ὑποδειγματικὴ αὐταπάρνηση. Ἀπὸ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2014 ἀναγκάσθηκε γιὰ λόγους σωματικῆς ἀδυναμίας νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν ἕδρα τῆς Ἀδελφότητός μας, ὅπου δεχόταν τὶς περιποιήσεις ἀδελφῶν καὶ νοσηλευτῶν, ἐνῶ ἡ διάνοιά του παρέμενε μέχρι τέλους ἀκμαία.

Τὸ πνευματικὸ ἔργο ποὺ προσέφερε ὁ ἀείμνηστος π. Γαβριὴλ ἐπὶ μισὸ σχεδὸν αἰώνα στὸν ἀγρὸ τῆς Μητροπόλεως Πατρῶν ἦταν πολύπλευρο καὶ πολυσχιδές. Ὄργωνε συστηματικὰ μὲ περιοδεῖες ὅλα τὰ χωριὰ τῆς περιφέρειας ποὺ τοῦ ἀνέθετε ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης, χωρὶς νὰ ἐγκαταλείπει τοὺς Χριστιανοὺς τῶν ἐνοριῶν τῆς ἀποστολικῆς καθέδρας, ὅπου ὁ Πρωτόκλητος ἅγιος Ἀνδρέας εἶχε ὑποστεῖ σταυρικὸ θάνατο γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κατὰ καιροὺς ἐξυπηρετοῦσε ὁρισμένες πνευματικὲς ἀνάγκες σὲ γειτονικὲς Μητροπόλεις, ὅπου μετέβαινε ὡς ἐξομολόγος, ὅπως τῆς Μητροπόλεως Ἠλείας ἢ τῆς Μητροπόλεως Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου. Στὸ κτήριο τῆς «Χριστιανικῆς Ἑστίας Πατρῶν» δεχόταν πλήθη Χριστιανῶν στὸ φιλάνθρωπο Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καὶ ἐπιτελοῦσε πολλὰ ἀκόμη ἱεραποστολικὰ ἔργα.

Κάποια προσφιλὴ πνευματικά του τέκνα, τὰ ὁποῖα θέλησαν νὰ καταθέσουν μερικὲς ἀλησμόνητες ἐμπειρίες ποὺ ἔζησαν κοντὰ στὸν π. Γαβριήλ, ἔγραψαν:

«Σκοπός του ἦταν νὰ γεμίσει τὶς ψυχές μας μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ τὴν εἰρήνη ζοῦσε καὶ αὐτὴ τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ ἤθελε νὰ τὴν ζοῦμε ὅλοι. Τὸν ὀνόμασαν “Γέροντα τῆς εἰρήνης” καὶ ἦταν πράγματι, γιατὶ καὶ βίωνε ὁ ἴδιος τὴν εἰρήνη καὶ τὴν μετέδιδε καὶ στοὺς ἄλλους. Ἦταν ὁ εἰρηνοποιός. Μετέδιδε γραμμὲς πνευματικές, τὶς αἰώνιες ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ κύριο ἔργο του ἦταν ἡ ἐξομολόγηση. Εἰσχωροῦσε στὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ γαλήνευε τὸν ἐσωτερικό του κόσμο. Μὲ διάκριση ἔλυνε τὰ οἰκογενειακὰ προβλήματα. Εἶχε πολλὰ χαρίσματα. Εὐγενής, συνετός, ἐπιεικής, εὐχάριστος, οἰκοδομητικός, διορατικός, χριστοκεντρικός, καὶ ὅλα αὐτὰ ἐν ἁπλότητι, μὲ μιὰ ξεχωριστὴ χάρη. Τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν γνώρισμά του ἦταν ἡ μεγάλη του ταπείνωση σὲ ὅλες τὶς ἐνέργει­­ές του. Ἀφανής, ἀθόρυβος, κρυμμένος μὲ πολλὲς ἱκανότητες, τὰ ἀπέδιδε ὅλα στοὺς ἄλλους καὶ ὁ ἴδιος ἔμενε στὴν ἀφάνεια. Καὶ ἦταν πολλὰ τὰ ἔργα ποὺ ἄφησε. (…) Ὁ ἅγιος Γέροντάς μας εἶχε μιὰ ξεχωριστὴ ἀγάπη γιὰ ὅλους καὶ γιὰ τὸν καθένα χωριστά».

«Σὰν σκεφτόμαστε πόσο ἀκούραστα ἐργάσθηκε ὁ στοργικός μας Πατέρας! Ἀφιέρωσε τὴ ζωή του στὸν Κύριο καὶ μὲ τὸ περίσσευμα τῶν σπουδαίων χαρισμάτων του ὑπηρέτησε τὴν τοπική μας Ἐκκλησία καὶ ἄφησε μεγάλο ἔργο, “ζήλῳ πεπυρωμένος”, στὴ Χριστιανι­κὴ Ἑστία, στὶς Κατασκηνώσεις, στοὺς Ναούς, στὰ Οἰκοτροφεῖα, στὸ Εὐγηρεῖο “Ἡ Ἁγία Σκέπη”. (…)

Σὰν σκεφτόμαστε πὼς ἀγαλλίασή του ἦταν ἡ θεία Λειτουργία καὶ ἡ Ἱερὰ Ἐξομολόγηση! Καθημερινὰ ἐξομολογοῦσε ἀπὸ τὶς 3.30 ἕως τὶς 8.30 μ.μ., μὲ Κύκλους, Συνάξεις, Ὁμιλίες στὰ ἐνδιάμεσα! (…)

Σὰν σκεφτόμαστε τὴν πατρική του μορφὴ μέσα στὸ ἁπλό του Ἐξομολογητήριο, τὰ δάκρυα δὲν συγκρατιοῦνται στὰ μάτια μας. Ἐκεῖ μέσα τὸν ζούσαμε σὲ ὅλο τὸ ψυχικό του μεγαλεῖο. Μᾶς δεχόταν μὲ τὸ στοργικό του βλέμμα, τὸ ἁπαλό του χαμόγελο καὶ τὴ διακριτική του ἀγάπη. (…) Εἶχε τὴν τέχνη νὰ ξεριζώνει πάθη, ἁμαρτίες, κακίες, λάθη μὲ “ἰώβεια ὑπομονή”, “πάλιν καὶ πολλάκις”. Νὰ καθαρίζει, νὰ φωτίζει, νὰ διορθώνει τὸν ἔσω ἄνθρωπο. Νὰ λύνει προβλήματα, νὰ συμβουλεύει, νὰ παρηγορεῖ καὶ νὰ βοηθάει σὲ ἀρρώστιες… Ἀκόμη νὰ προσεύχεται. Εἶχε πολλὴ παρρησία ἡ προσευχή του. Ἔκανε θαύματα μ᾿ αὐτήν! Δὲν παραμελοῦσε ποτὲ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ ἐνθουσιάζει σὲ ἔργα ἱεραποστολῆς: “Θὰ δώσεις χαρὰ στὸν Κύριο, θὰ ὠφελήσεις καὶ θὰ ὠφεληθεῖς πολύ”, μᾶς τόνιζε».

Ὁ μακαριστὸς Γέροντας ἀγαποῦσε ἰδιαί­τερα ὁρισμένα ἁγιογραφικὰ ρητά, ὅπως: «Ἀγωνίζεσθε»· «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάν­τα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν»· «ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην». Χρησιμοποιοῦσε ἀκόμη μερικὲς φράσεις «πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας»: «Τὸ ἔργο ποὺ κάνουμε εἶναι τοῦ Κυρίου», τόνιζε δυνατά. Ὅταν κάποιος τοῦ ἔλεγε ὅτι ἔχασε τὴν ὑπομονή του, ἀπαντοῦσε: «Πῶς ἔχασες κάτι ποὺ δὲν εἶχες;» Σὲ περίπτωση δοκιμασίας κάποιου Χριστιανοῦ τὸν ρωτοῦσε: «Σὲ ἄφησε ποτὲ ὁ Θεός;» Τὸν ἐγωισμὸ ἀποκαλοῦσε ὡς ἑξῆς: «ἡ νόσος τοῦ πνεύματος».

Στὴ διάρκεια τῆς πολύχρονης ποιμαντικῆς διακονίας του δὲν περιορίσθηκε στὰ λειτουργικὰ κηρύγματα καὶ τὶς οἰκοδομητικὲς ὁμιλίες, ἀλλὰ συνέγραψε καὶ εὐσύνοπτα ψυχωφελὴ βιβλία, ὅπως: «Ξέρεις νὰ ἐξομολογεῖσαι;»· «Ὁ θυμός (πάθος καὶ προτέρημα)»· «Ἔχεις εἰρήνη;»· «Στενοχώρια: ἡ ἀσθένεια τῆς καρδιᾶς»· «Τὸ ἄγχος καὶ ἡ εὐθύνη μας».

Ὁ ἀείμνηστος π. Γαβριήλ, καλλιεργώντας  τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ ἐπιτελώντας ἀφανῶς τὰ ἱεραποστολικά του ἔργα, ἀκολουθοῦσε μὲ πιστότητα τὸ παράδειγμα τοῦ ἀοιδίμου ἱδρυτοῦ τῆς Ἀδελφότητος, τοῦ π. Εὐσεβίου Ματθοπούλου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε μακρινὸς προκάτοχός του στὴν ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τῶν Πατρῶν. 

Καθοριστικὴ ὑπῆρξε ἡ συμβολή του σὲ μία ἱστορικὴ ἀπόφαση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Κατόπιν εἰσηγήσεώς του, μὲ τὶς κατάλληλες ἐνέργειες ἐκ μέρους τοῦ τότε Μητροπολίτου Πατρῶν κ. Νικοδήμου, τὸ Οἰ­κουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ ἔτος 1998 ἐνέταξε τὶς μητέρες τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν Μεγάλου Βασιλείου καὶ Ἰωάννου Χρυσοστόμου, δηλα­δὴ τὴν Ἐμμέλεια καὶ τὴν Ἀνθοῦσα, στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ὅρισε νὰ τιμῶνται οἱ δύο αὐτὲς ἅγιες μητέρες μαζὶ μὲ τὴν ἁγία Νόννα, μητέρα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, τὴν Β΄ Κυριακὴ τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου. Ἐξάλλου, ἐπὶ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν κ. Χριστοδούλου, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ ἔτος 2003 τίμησε τὸν π. Γαβριὴλ μὲ τὸν χρυσὸ Σταυρὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου γιὰ τὶς πολύτιμες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερε ἐπὶ δεκαετίες στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο.

Τελικῶς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἐφαρμόζεται στὴν περίπτωσή του ὁ λόγος τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου: «καὶ Θεῷ εὐηρέστησε καὶ ἀνθρώπους ᾠκοδόμησε».

Τοῦ μακαριστοῦ σεβάσμιου ἀδελφοῦ μας πατρὸς Γαβριήλ, ποὺ ἔζησε μὲ ὁσιότητα βίου καὶ ἐργάσθηκε μὲ σπάνια αὐταπάρνηση στὸν «ἀγρὸ τοῦ θερισμοῦ», ἂς εἶναι «αἰωνία ἡ μνήμη»!