του Ηλία Λιαμή, Καθηγητή Ελληνογαλλικής Σχολής “ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ”
Η επιτήρηση στις κάθε λογής γραπτές εξετάσεις αποτελεί για τους καθηγητές μια ώρα δύσκολη. Ενώ η ματιά, με στόχευση ιέρακος, αναζητά την παρανομία και επιβλέπει το αδιάβλητον της διαδικασίας, ο νους αναζητά απασχόληση, προκειμένου να περάσει ένα από τα πιο μονότονα τρίωρα όλης της σχολικής χρονιάς. Έτσι, η σκέψη, άλλοτε ταξιδεύει στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, (τι είναι ζωή, τι είναι θάνατος, ματαιότης ματαιοτήτων κ.λ.π.), άλλοτε ανακεφαλαιώνει τον προγραμματισμό των θερινών διακοπών, άλλοτε κατηγοριοποιεί τις εκκρεμότητες του σπιτιού και άλλοτε αφήνεται στη νοσταλγία. Αυτό το τελευταίο είναι το πιο περίεργο και συνάμα το πιο αντιφατικό, καθώς η γλυκιά ανάμνηση των μαθητικών χρόνων συνδυάζεται με την πικρή συνειδητοποίηση του χρόνου που περνά με ταχύτητα διαστημική.
Φέτος σκέφτηκα να πρωτοτυπήσω: Περπατώντας ανάμεσα στα θρανία, παρατηρούσα αυτά τα λίγα προσωπικά μαθητικά είδη που επιτρέπονται στις εξετάσεις και βάλθηκα, απ΄ αυτά, να ψυχολογήσω το κάθε παιδί και να βγάλω συμπέρασμα για το περιβάλλον του. Και ιδού, την ώρα αυτής της περιδιάβασης, μεταξύ, συνολικά, 300 πάνω κάτω παιδιών για φέτος, σε ένα, μόνο σε ένα θρανίο, είδα μια μικρή εικονίτσα. Αιφνιδιάστηκα γιατί, ακόμη και αυτή η μοναδική εξαίρεση, είχε αποκλειστεί εντελώς στο μυαλό μου. Και θυμήθηκα πως, μόλις(;) 40 χρόνια πριν, τα μισά τουλάχιστον παιδιά, εν ώρα εξετάσεων, είχαμε μπροστά μας από μια εικονίτσα.
Γυρίζοντας σπίτι, η εικονίτσα του θρανίου δεν μου έφυγε από το μυαλό και παρά τις τόσες υποχρεώσεις, υπέκυψα στη νοσταλγία και αναζήτησα σε ένα μικρό ξύλινο κουτί παιδικών και μαθητικών αναμνήσεων τη μικρή εικονίτσα που με συνόδευσε από την Α΄ Γυμνασίου μέχρι και τις Πανελλήνιες, τις πρώτες Πανελλήνιες, που έμελλε, από το πρώτο κιόλας μάθημα, να στιγματιστούν από την υποκλοπή των θεμάτων. Σύνολο έξι χρόνια, με διπλές εξετάσεις, χειμερινές και θερινές.
Η παλιά εικονίτσα μου δεν ήταν σπανία. Με δυτικότροπο στυλ, έδειχνε τον Χριστό να προσεύχεται στον κήπο της Γεσθημανή, λίγο πριν την σύλληψή Του. Εικονίτσα κοινή, κοινότατη, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η εικονίτσα όμως αυτή ήταν και παρέμεινε για τέσσερεις δεκαετίες και βάλε, η μία, η μοναδική, η δική μου εικονίτσα, δοσμένη από χέρι γονιού που πια δε ζει και με ευχές καρδιάς, τόσο σπάνιες, όσο οι έντιμοι πολιτικοί. Την κράτησα στα χέρια μου και αναλογιστικά ποσά γραπτά είδε να γράφω. Πού πήγαν όλες εκείνες οι ώρες των διαγωνισμών; Πού να βρίσκονται οι σφραγισμένες κόλλες, οι χαραγμένες με τον κόπο μου; Ποια ήταν η τύχη τους; Κι εκείνα τα κατεβατά, ο καρπός ατελείωτών ωρών διαβάσματος και αγωνίας, πού νάναι;