Εξοδευτήριος λόγος για τον πατέρα Ευσέβιο στο Πρωτάτο
Σεβασμιότατοι Άγιοι Αρχιερείς, Άγιε Πρωτεπιστάτα, Πανοσιολογιότατοι Άγιοι Καθηγούμενοι, Άγιοι Αντιπρόσωποι των Ιερών Μονών, πολυσέβαστοι Άγιοι Γέροντες, σεβαστοί πατέρες και πεφιλημένοι εν Χριστώ αδελφοί.
«Οι κλαίοντες ως μη κλαίοντες και οι χαίροντες ως μη χαίροντες· παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου».
Συναχθήκαμε σήμερα εδώ, στον πάνσεπτο Ναό του Πρωτάτου, και μάλιστα μέσα στην πανευφρόσυνη περίοδο της εορτής της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως της Υπερευλογημένης Θεοτόκου, εφόρου και προστάτιδος του ιερού ημών τόπου, για να εξοδιάσουμε τον υπέρ λίαν αγαπημένο και πολύκλαυστο αδελφό μας, πατέρα Ευσέβιο.
Μπορεί μεν το δάκρυ να μη στερεύει από τα μάτια μας, επιμένοντας σταγόνα-σταγόνα να αυλακώνει τις παρειές των προσώπων μας. Πλην όμως «παράγει το σχήμα του κόσμου τούτου». Φεύγουν, δηλαδή, διαρκώς σαν σκιά τα εξωτερικά φαινόμενα της ζωής αυτής και των ανθρωπίνων συναισθημάτων μας.
Εκείνο που μένει αναλλοίωτο και βιώνεται εμπειρικά είναι η χαρά που ξεχειλίζει από τις καρδιές μας.
«Και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών».
Η χαρά αυτή είναι υπερπληρωμένη.
Μπορεί ο ανθρώπινος και αγιαστικός πόνος, τώρα που μας επισκέφθηκε, να αγγίζει την ύπαρξή μας ολόκληρη.
Μπορεί ο πόνος να επισκέπτεται την ύπαρξή μας ολόκληρη και «καθ’ υπερβολήν εβαρήθημεν υπέρ δύναμιν, ώστε εξαπορηθήναι ημάς και του ζην».
Έχουμε, όμως, εδραία την πεποίθηση ότι σήμερα προπέμπουμε έναν στρατιώτη Ιησού Χριστού, έναν πραγματικό μοναχό, ο οποίος εκπλήρωσε τον σκοπό του αγγελικού σχήματος, τήρησε τις φρικτές υποσχέσεις που έδωσε την ώρα της κουράς του και μπορεί με παρρησία να σταθεί ενώπιον του δικαίου Κριτού.
Τώρα που «ο καιρός της αναλύσεώς του εφέστηκε», μπορεί να λέγει:
«Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα. Λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος».
Έχουμε χαρά ως συνοδεία, ως Ιβηριτική αδελφότητα και ως αγιορείτικη κοινότητα, που συνοδεύουμε σήμερα τον αδελφό μας Ευσέβιο.
Όχι πλέον ενώπιον της Ωραίας Πύλης του ναού, αλλά μπροστά στην υπέρκαλλη θύρα του Παραδείσου.
Και τον εναποθέτουμε στον νέο γέροντά του, τον Τίμιο Πρόδρομο, τον οδηγητή των σεσωσμένων μοναχών μέσα στο ανέσπερο φως της Βασιλείας του Θεού.
Μου είπε κάποιος πολιός γέροντας, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσά μας:
«Χίλιοι άνθρωποι να μου πουν καλά λόγια για έναν μοναχό, δεν μου κάνει αίσθηση. Εκείνο που βαραίνει και έχει σημασία είναι η γνώμη του γέροντά του».
Και εγώ, ο ταλαίπωρος, ομολογώ ενώπιόν σας με στεντορεία φωνή, κάνοντας μία μικρή παραλλαγή στο απολυτίκιο του προστάτη Αγίου του κελιού μας, του Τιμίου Προδρόμου:
«Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων· σοι δε αρκέσει η μαρτυρία του γέροντός σου, Ευσέβιε».
Να έχεις την ευχή μου, γλυκό μου παιδί.
Ανέπαυσες την καρδιά μου.
Να σε αναπαύσει ο Θεός εν χώρα ζώντων.
Υπήρξες ένα από τα μεγαλύτερα δώρα του Θεού στη ζωή μου και στη ζωή της συνοδείας μας.
Να εύχεσαι για την άθλια ψυχή μου, εκεί κοντά στον γλυκύ Ιησού όπου βρίσκεσαι, τον οποίο αγάπησες εξ όλης της ισχύος σου από τα παιδικά σου χρόνια και κοντά στον οποίο διακαώς ποθούσες να φθάσεις.
Έτρεξες, όμως, πολύ γρήγορα, παιδί μου.
Ευχαριστώ τον Θεό που με αξίωσε επί δεκαεπτά χρόνια να σε διακονήσω ως γέροντάς σου.
Σεβαστοί μου γέροντες, είστε και εσείς διάκονοι ψυχών και έχουν λευκανθεί οι πώγωνές σας στην άρση του σταυρού της πνευματικής πατρότητας.

.jpg)














.jpg)

















