Το χιόνι στοιβαζόταν πυκνό όλο το απόγευμα ντύνοντας την ορεινή πολίχνη, που είχε κουρνιάσει στην απάνεμη πλαγιά του βουνού, στα λευκά. Μα ωστόσο ο παγωμένος αέρας σήμερα, παραμονή Χριστουγέννων, δεν της χαριζόταν καθόλου. Σάρωνε τις πλαγιές, στριμωχνόταν βουίζοντας στα σοκάκια, ξεχυνόταν γοργά στην απλωμένη κοιλάδα, πιστός στο ραντεβού του με τις άπειρες λευκές νυφούλες
που, παιχνιδιάρες, άπιστες, ψυχρές, στριφογύριζαν αδιάκοπα, λοξοδρομώντας απρόβλεπτα σε κάθε του ερωτικό άγγιγμα.
Τα Χριστούγεννα έρχονταν τυλιγμένα στην ομορφιά.
Κοντοστάθηκε μπρος στην κλειστή πόρτα. Τίναξε το χιόνι από πάνω του, ξερόβηξε και μπήκε. Με το άνοιγμα της πόρτας το χιόνι, σπρωγμένο απ' τον άνεμο, χύθηκε μέσα κι ανακάτεψε την πνιγηρή ατμόσφαιρα του καπηλειού κάνοντας όλους να γυρίσουν τα κεφάλια τους. Μα αυτός, χωρίς να καλησπερίσει, χωρίς να κοιτάξει κανένα, προχώρησε στη γωνιά του και σωριάστηκε βαρύς στην άδεια καρέκλα,γυρνώντας σχεδόν την πλάτη του σε όλους.
Όμως δεν φάνηκε να πειράχτηκε ή να παραξενεύτηκε κανένας. Το γκαρσόνι μάλιστα, με το που τον είδε, έτρεξε αμέσως με το καραφάκι και το ποτήρι στο χέρι στο τραπέζι του.
Όλοι τον ήξεραν στη μικρή τους πόλη.
































