Δυόμιση αιώνες...
Τόσο περίμενε ο τελευταίος των Δικαίων.
Τόσο χρειάστηκε για να εκπληρωθεί η Θεία Υπόσχεση για την απόλυτη συνάντηση μαζί Του.
Δυόμιση αιώνες αναμονής, αγωνίας, δεύτερων σκέψεων, αμφιβολιών και εσωτερικών ερωτημάτων.
Δυόμιση - και βάλε - ζωές στο “περίμενε”.
Δυόμιση αιώνες κι ο Θεός ακόμα να τηρήσει τον λόγο Του, παρά δοκιμάζει τον δούλο Του με τον πιο δύσκολο τρόπο, αυτόν της σιωπής, της μη απόκρισης. Αναμφίβολα, ο Συμεών υπέστη ένα πραγματικά γερό θεϊκό “καψόνι”.
Κι όμως...
Ο παντογνώστης Κύριος προνοεί για τον λευίτη Του το καλύτερο, το πιο ταιριαστό δώρο: χρόνο. Πολύ χρόνο! Κι ο δούλος Του, καρδιακά αγκιστρωμένος στην θεϊκή υπόσχεση, περιμένει. Μα δεν περιμένει παθητικά και αδιάφορα, αλλά κάνει τον χρόνο πόθο φλογερό, δίψα ιερή, αποκλειστική προσδοκία και στόχο ζωής.
Κι όσο περνά ο χρόνος, αυτή η φλόγα δεν σβήνει, μα θεριεύει, αυτή η άγια δίψα δεν στερεύει, δυναμώνει.
Δεν βιάζεται ο Συμεών. Περιμένει, καρτερεί, αλλά δεν βιάζεται.
Δεν τον νοιάζει πόσο θα ζήσει, αρκεί να ζήσει εκείνη τη στιγμή. Αρκεί να είναι παρών σε εκείνη την ύψιστη συνάντηση.
Δεν ξέρει το πότε, το πού ή το πώς, μα δεν φαίνεται να τον νοιάζει και ιδιαίτερα... Του αρκεί πως ο Θεός μπορεί να αργεί, μα δεν ξεχνά.
Κι όσο Εκείνος αργεί, τόσο αυτός εντονότερα προσμένει.
Και βρίσκει στην αναμονή το νόημα, την ευκαιρία να αγιάσει. Δίνει ουσία στον - ίσως για πολλούς - χαμένο χρόνο, κάνοντας τις ατέλειωτες στιγμές του λιθαράκια άγιας προσδοκίας στο οικοδόμημα της ψυχής του, ερεθίσματα εντονότερης αγάπης για το άγνωστο “σωτήριον του Θεού”.
Πολλοί ίσως αναρωτηθούν πώς αναγνώρισε ο Συμεών τον Κύριο ή αν πραγματικά Τον περίμενε σαν βρέφος μόλις σαράντα ημερών.
Ας είμαστε ειλικρινείς: τι κι αν ο Χριστός ήρθε στον Συμεών, υπό μία έννοια, ως “σημείο αντιλεγόμενο”, ξένος στην θεϊκή Του δόξα; Ήταν αδύνατο ο Ποθούμενος να μην αναγνωριστεί από τον εδώ και δυόμιση αιώνες εραστή Του. Για Εκείνον χτυπούσε η καρδιά του υπεραιωνόβιου λευίτη. Τον είδε και, πολύ απλά, δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο.
Και, όχι, δεν ήταν μόνο αυτή καθαυτή η στιγμή της Υπαπαντής, της έλευσης του Κυρίου στον ναό, η οποία δικαιολογεί το “νυν απολύεις”. Η Υπαπαντή μοιάζει περισσότερο με το κερασάκι στην εδώ και δυόμιση αιώνες τούρτα θεϊκής προσκαρτερίας που ζυμωνόταν βαθιά στην καρδιά του άγιου λευίτη.
Μια καρδιά δεν βιάστηκε να αγιάσει...
Μια καρδιά που επενδύοντας στο "περίμενε" αξιώθηκε να γνωρίσει καρδιακά, ουσιαστικά, τον Κύριο πριν Τον αντικρίσει.
Φ/ος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου