Ο
πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε σ' ένα ορεινό χωριό
των Χανίων, στο Σηρικάρι. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί,
οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό.
Έτσι, σε ηλικία 13 ετών έφυγε από το σπίτι του, πήγε στα Χανιά κι άρχισε
να εργάζεται εκεί σ' ένα κουρείο.
Τότε
ενεφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα.
Εκείνη την εποχή, τούς λεπρούς τούς απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα,
διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και
αποτροπιασμό. Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της
νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγη τον εγκλεισμό του
στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε
εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ' ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της
νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι'
αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε
τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν Ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο
μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.






















