(Διασκευή, επιμέλεια Στέλιος Κούκος)
Όταν ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος ησύχαζε στην έρημο, άκουσε για τα θαύματα τα οποία έκανε ο Μέγας Βασίλειος και γι’ αυτό παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος ακριβώς ήταν ο άνθρωπος αυτός. Δηλαδή, να του φανερώσει την πνευματική του κατάσταση.
Και τότε ο Όσιος είδε μια στήλη πυρός η οποία υψωνόταν από την γη μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή που έλεγε: «Εφραίμ, Εφραίμ, όπως αυτήν την πύρινη στήλη είναι ο Μέγας Βασίλειος».
Αμέσως, μετά, ο όσιος πήρε μαζί του κάποιον διερμηνέα που γνώριζε την ελληνική και την συριακή γλώσσα και έσπευσε στην Καισάρεια για να τον συναντήσει.
Ήταν ημέρα των Φώτων όταν μπήκε στον ναό που λειτουργούσε ο Μ. Βασίλειος ο οποίος ήταν ντυμένος με λαμπρά και πολύτιμα άμφια και τελούσε με πολλή παρρησία την Θεία Λειτουργία. Ο όσιος Εφραίμ, βλέποντας τον, αφού κατηγόρησε τον εαυτό του για το ταξείδι αυτό, είπε στον διερμηνέα:
– Μάταια κοπιάσαμε. Διότι αυτός αν και βρίσκεται σε τέτοια δόξα, δεν είναι όπως τον είδα.
Αυτά τα πληροφορήθηκε ο άγιος Βασίλειος από το Άγιο Πνεύμα και γι’ αυτό κάλεσε τον Διάκονό του και του είπε:
– Πήγαινε στην δυτική πόρτα της Εκκλησίας και εκεί θα δεις να στέκονται δύο μοναχοί. Ο ένας χωρίς γένια, ψηλός και αδύνατος και ο άλλος με μαύρη γενειάδα. Να πεις λοιπόν στον αγένειο: «Να έλθεις στο Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπός σου».
Ο Διάκονος, αφού κατάφερε με βία να τους πλησιάσει, λόγω του συνωστισμού, μετέφερε στον Όσιο τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου.
Αυτός δε μέσω του διερμηνέα του απάντησε:





