Παιδιά μου ἀγαπητά καί περιπόθητα,
Καί πάλιν ἑορτάζομε τά Χριστούγεννα. Χαιρόμεθα καί ἀγαλλόμεθα, διότι ὁ Κύριος κατῆλθεν ταπεινούμενος γιά νά μᾶς ἀνεβάσῃ στόν οὐρανό. Ἒγινε ἄνθρωπος, ὁ παντέλειος Θεός, γιά νά κάνῃ τόν ἂνθρωπο κατά χάριν Θεό.
Ἐσαρκώθη ἐκ πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Ἀειπαρθένου. Γεννήθηκε στό Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ καί ἀνεκλίθη στή φάτνη τῶν ἀλόγων, προσκυνούμενος ὑπό τῶν ἁπλῶν Ποιμένων καί δεχόμενος τά δῶρα τῶν Μάγων ἐξ’ ἀνατολῶν, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν, συμβολικά, τῆς οὐρανίου Βασιλείας, τῆς Θεότητος καί τῆς ἀνθρωπότητος τήν ὁποίαν ὃλην προσέλαβε καί ἐνεδύθη, ἳνα τήν ἀπαθανατίσῃ καί τήν θεώσῃ.
Ὁ Κύριος μέ τήν Σάρκωσή Του, παραμένει αὐτό πού ἦταν, δηλαδή τέλειος Θεός καί γίνεται αὐτό πού δέν ἦταν, δηλαδή τέλειος ἂνθρωπος. Ἀπορία διακατέχει τόν ἀνθρώπινο νοῦ, γιά αὐτή τήν κένωση τοῦ Θεοῦ. Ὁ Μέγας Βασίλειος τοποθετεῖ στό στόμα τῆς Ἀειπαρθένου Θεοτόκου, τοῦτα τά λόγια: «Πῶς νά σέ ὀνομάσω, θαυμαστό βρέφος; Τί ὂνομα θνητό νά δώσω στόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Νά σοῦ προσφέρω γάλα ἢ θυμίαμα; Νά σοῦ προσφέρφω τίς μητρικές μου φροντίδες ἢ νά πέσω στά πόδια σου γιά νά σέ προσκυνήσω; Τί μεγάλη καί ἀνεξήγητη ἀντίθεση; Ὁ οὐρανός εἶναι ὁ θρόνος σου καί ἐγώ σέ ἐτοποθέτησα στά γόνατά μου. Σέ βλέπω στή γῆ κι ὃμως δέν ἂφησες τόν οὐρανό…»
Ὁ ἴδιος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας, ὁ οὐρανοφάντωρ Βασίλειος ἐξηγεῖ τό, πῶς ὁ Θεός ἒγινε ἂνθρωπος καί κηρύττει ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς ὅτι τό κλειδί γιά νά κατανοήσῃ κάποιος αὐτό τό μέγα θαῦμα, εἶναι ἡ ταπείνωση.
«Ἀπό ταπείνωση ὁ Κύριος ἒγινε ἂνθρωπος. Ἀπό ταπείνωση ἡ γῆ ἒγινε οὐρανός. Δέν ἀνέβηκε ὁ ἂνθρωπος στόν οὐρανό, ἀλλά κατέβηκε ὁ Θεός στή γῆ. Ἒτσι μᾶς ἒμαθε ἀληθινά, πῶς μπορεῖ ἡ γῆ, ἀπό τόπος ἐξορίας νά γίνῃ παράδεισος. Ἀπό ζούγκλα νά γίνῃ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτό καί οἱ πρῶτοι πού ἀξιώθηκαν νά Τόν προσκυνήσουν, ἦταν οἱ ταπεινοί ποιμένες καί οἱ γεμᾶτοι ταπεινό καί εἰλικρινές φρόνημα γιά τήν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, μάγοι ἐξ’ ἀνατολῶν».
Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μήνυμα τῆς Ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων, ἡ ταπείνωσις, ἡ ὁποία δυστυχῶς, ἀδελφοί μου, λείπει ἀπό τίς καρδιές, ἀπό τίς κοινωνίες, ἀπό τόν κόσμο. Ὁ ἂνθρωπος μέσα ἀπό τήν ἐγωπάθειά του καί τόν αὐτοθαυμασμό του, θεοποίησε τόν ἑαυτό του καί εἰδωλοποίησε τό εἶναι του. Πῶς εἶναι δυνατόν μέ μιά τέτοια λογική νά βιώσῃ ὁ κόσμος τό μήνυμα τῆς Θείας Σαρκώσεως;
Ὁ ἀταπείνωτος νοῦς, ἒχει τήν αὐταπάτη ὃτι εἶναι παντοδύναμος καί ὅτι τά ἐπιτεύγματά του εἶναι ἀποτελέσματα τῆς εὐφυΐας καί τῶν ἰδικῶν του δεξιοτήτων. Γι’ αὐτό καί ὃ,τι ἐπιτυγχάνει ὁ κόσμος σήμερα, εἶναι βαβελικόν οἰκοδόμημα, ἀφοῦ δέν σέβεται, τόν Θεό, τόν ἂνθρωπο καί τήν δημιουργία σύμπασα. Πόσο δίκαιο εἶχε ὁ Ἃγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὃταν ἒλεγε: «Νοῦς ἀποστάς τοῦ Θεοῦ, ἢ κτηνώδης ἢ δαιμονιώδης γίνεται».
Πόλεμοι στό Βορρᾶ καί στή Μέση Ἀνατολή-τά βλέμματα ὃλων μας εἶναι στραμμένα στήν πολύπαθη Συρία, στήν κοιτίδα αὐτή τοῦ Χριστιανισμοῦ καί προσευχόμεθα γιά τήν εἰρήνη– ἀδικίες, μίση, πάθη, σαρκολατρεία, ἀδιαφορία γιά τήν πνευματική ὑπόσταση, ἀσέβεια γιά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο, διαστροφή στά θέματα τῆς ἠθικῆς, βία ἐνδοοικογενειακή, ἐνδοσχολική, στέρηση τῆς ζωῆς τοῦ ἂλλου μέ τήν παραμικρή ἀφορμή καί τόσα ἂλλα, εἶναι τά φρικτά ἀποτελέσματα τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό.
Ἀδελφοί μου, πάνω ἀπό τό Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, ἒχει ἀνεγερθῆ, ἀπό τήν Ἁγία Ἑλένη μέγας Ναός, ἡ περίφημη Βασιλική τῆς Γεννήσεως. Γιά νά εἰσέλθῃ ὁ προσκυνητής σ’ αὐτόν τόν μέγα Ναό, πρέπει νά σκύψῃ, ἀφοῦ ἡ εἲσοδός του εἶναι χαμηλή. Μόνο μέ τήν ταπείνωση μπορεῖ ὁ ἂνθρωπος νά δῇ τόν Θεό, νά ἐρευνήσῃ τά βάθη τῆς δικῆς του ψυχῆς, νά ἀτενίσῃ τήν ζωή μέ τήν προοπτική τῆς αἰωνιότητος, νά παύσῃ νά θεοποιεῖ τά κτίσματα, νά εἰδωλοποιῇ τό εἶναι του, νά καταστρέφῃ τήν φύση.