Όσα Χριστούγεννα κι αν φύγουν, όσες jumbo* σακούλες και να χρειαστούν για να γεμίσουμε των καιρών τις αναμνήσεις από την άγια τούτη μέρα της υπερκατανάλωσης (φαγητού, αλκοόλ, χρήματος), πάντα δυο σακιά ασήκωτα θα μένουν στου χρόνου τα σκονισμένα σκοτεινά: το ένα, η εκδημία της μητέρας μου μια τέτοια μέρα και το άλλο η ιστορία που άκουσα ένα βράδυ σ’ ένα στολισμένο-πάμφωτο μπαλκόνι, πλημμυρισμένο γιορτή, από τον βετεράνο δημοσιογράφο Κώστα Παπαπέτρου, που γιορτή για 'κείνον ήταν το λειτούργημά του…
«Ήταν παραμονές Χριστουγέννων - έλεγε και τα μάτια του αγρίευαν- όταν με τηλεοπτικό συνεργείο επισκέφτηκα το Νέο Αργύρι, χωριό της Νότιας Πίνδου. Βγαίνοντας, μεσ’ το ψιλόχιονο, για ρεπορτάζ, από την πρωινή ομίχλη, σαν μπροστάρης περιπόλου μάχης, ξεπρόβαλε ένας ψηλός, ευθυτενής γέροντας- κοντά στα 70 θα ‘ταν- βοσκός, σηκώνοντας χιονισμένα χρόνια στη βαριά κάπα του.
- Ε, γέροντα, του φώναξα, πώς θα περάσεις τα Χριστούγεννα;
Ο βοσκός κοντοστάθηκε, σκέφτηκε λίγο κι έπειτα αποκρίθηκε κοφτά, με κουβέντα που πιο πολύ σαν τουφεκιά ακούστηκε κι αντήχησε στο βουνό: «Μόνος»!
«Μόνος με τη γριά μου», απόσωσε… Και η ερώτηση- τι ήταν να την κάνω- ήρθε αφελής κι ερεθιστική: Παιδιά δεν έχεις;
Κι ακούστηκε δεύτερη τουφεκιά από τη δίκαννη ψυχή του: “Οκτώ”!
Και μετά τους κρότους, σαν την ηχώ που κατακλύζει τον αέρα, η φωνή του γέροντα με αντάριασε: “Ακόμα και οι λύκοι τέτοιες βραδιές έχουν πλάι τους τα παιδιά τους· εμείς μόνοι!”… Κι έπειτα γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε στην ομίχλη. Μοναδικό διακριτικό που απόμεινε στο χιόνι ήταν το πάτημα της μοναξιάς του.
»Ρώτησα, έμαθα το όνομά του και λίγες μέρες μετά αναζήτησα τα παιδιά του· ένα βρήκα. Πήρα το τηλεοπτικό συνεργείο και χτυπήσαμε τις πόρτες τους.
-Κάνουμε μια εκπομπή για το πώς περάσατε τα Χριστούγεννα, είπαμε κι οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα.
“Με τους φίλους μας περάσαμε, γιορτινά κι ωραία. Κοσμικά. Τραγουδήσαμε, ήπιαμε, φάγαμε. Τι άλλο;”…
- Γονείς έχετε;
-“… Οι γονείς, στον δικό τους κόσμο, ευτυχισμένοι κι αυτοί…”!
Η μονταζιέρα της ζωής έπαιζε το παιχνίδι της: στο ένα καρέ η εικόνα του γέροντα με τις χιονισμένες πλάτες να λέει με παράπονο: “Ακόμα και οι λύκοι τέτοιες βραδιές….” και στο άλλο την κόρη του: “Με τους φίλους μας περάσαμε, γιορτινά κι ωραία”…
Τέτοιες μέρες η μοναξιά και η κατάρα μοιάζουν δίδυμες. Κι όσο γεμίζουν οι jumbo σακούλες μας με ευτυχία και υπερκατανάλωση τόσο αδειάζει η ψυχή μας...
Μοναχοπαίδια του ανείπωτου, αλλοιώσαμε τα πάντα με τη χημική αντίδραση που ολοένα μας καταπίνει: την αδιαφορία!