…Σήμερα, ἐδῶ, ἤλθαμε καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο. Στὸ προαύλιο τῆς Μονῆς ἀναπαύεται ἕνας Ἰεράρχης, γνωστὸς στοὺς περισσότερους ἀπὸ σᾶς, ἴσως στὰ μικρὰ παιδιὰ ποὺ ἐξ ἀκοῆς γνωρίζουν, ἕνας Ἱεράρχης τὸν ὁποῖον οἱ περισσότεροι γνωρίσαμε, καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἐμβληματικὴ φυσιογνωμία, ὄχι μόνο γιὰ τὴν Ἐπαρχία μας, ἐδῶ, γιὰ τὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Ἑλλάδα ὁλόκληρη, καὶ ναί - θὰ μποροῦσα νὰ πῶ χωρὶς νὰ ὑπερβάλω – καὶ γιὰ ὅλο τὸν χριστιανικὸ κόσμο.
Δέστε πῶς μιμήθηκε τὸ timing, ποὺ εἴπαμε, τὴν κατάλληλη ὥρα. Εἶναι τὸ πρόσωπο ἐκεῖνο, μόνο του, τὸ ὁποῖο μὲ μία ἐσωτερικὴ φλόγα, μόνος αὐτός, κατορθώνει νὰ ἀφυπνίσει τὴν ὑπνώττουσα τότε πολιτικὴ ἐξουσία τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς μάζες τοῦ λαοῦ, καὶ ταξιδεύει ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο τῆς Ἑλλάδος, ποὺ εἶναι ἐδῶ στὰ σύνορα μὲ τὴν γειτονικὴ χώρα τὴν Ἀλβανία, μέχρι τὴν ἰδιαίτερη πατρίδα μου τὸ Τέναρο, τὴν Μάνη, τὸ ἄλλο ἄκρο τῆς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν ἀρκεῖται σ’ αὐτό, ἀλλὰ σπεύδει καὶ ταξιδεύει, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἦταν σίγουρα ἐναντίων αὐτοῦ τοῦ τρόπου ζωῆς, - ἐσεῖς τὸν ἔχετε συναναστραφεῖ - ἔφευγε ἐλάχιστα γιὰ τὰ Συνοδικά του καθήκοντα καὶ ἐπέστρεφε ἀμέσως πίσω στὴν Ἐπαρχία του, στὸν χῶρο τῆς ποιμαντικῆς του εὐθύνης. Ἐν τούτοις αὐτό, οἱ προσωπικὲς συνήθειες, δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ ταξιδεύσει μέχρι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, προκειμένου νὰ καταστήσει κοινωνοὺς περισσότερους ἀνθρώπους γιὰ τὸ δράμα τὀ ὁποῖο ζοῦσαν τότε οἱ ἄνθρωποί μας, μόλις λίγα μέτρα ἀπὸ ἐδῶ. Βρῆκε τὴν κατάλληλη στιγμή, ἀξιοποίησε ἐκείνη τὴν ὥρα αὐτὸν τὸ πόθο καὶ πέτυχε αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἴσως κανεὶς ἄλλος δὲν θὰ μποροῦσε.
Γιὰ τοὺς νέους σήμερα, ποὺ δὲν εἶχαν ζήσει τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, ἴσως ἀκούγονται αὐτὰ ὡς θεωρίες. Γιὰ ὅσους, ὅμως, εἶχαν αὐτὰ τὰ βιώματα, δὲν εἶναι θεωρίες, ἀλλὰ εἶναι μιὰ τραγική, ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, πραγματικότητα. Και, δόξα τῶ Θεῶ, μέσα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀγῶνες τὰ πράγματα ἄλλαξαν, ἄλλαξαν καὶ ἐκεῖ, ἄλλαξαν καὶ ἐδῶ, ἄλλα πᾶνε πρὸς τὸ καλλύτερο, ἀλλὰ πάντως δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖο μόνο του σὲ ὅλη τὴ γῆ καυχήθηκε ὅτι ἰσοπέδωσε καὶ ξερίζωσε τὴν Θρησκεία. Ποῦ νὰ φανταζόταν ὁ καϋμένος αὐτὸς καὶ δύστυχος Χότζα καὶ ὁ διάδοχός του Ἀλία, ὅτι θὰ στείνονταν Ναοὶ καὶ θὰ ζωντάνευε πάλι ἡ Θρησκεία σ’ αὐτὴν τὴν Χώρα. Καὶ μάλιστα ποὺ ἐγὼ δὲν εἶχα ταξιδεύσει ποτὲ ἐδῶ, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐγνώρισα τὸν ἀοίδιμο Ἐκεῖνο Ἱεράρχη. Ἀπὸ λαϊκός, ἀργότερα ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ ὡς νεαρὸς διάκονος στὴν τότε Μητρόπολη Νέας Σμύρνης, συλλειτούργησα μαζί του, ἀλλὰ ἐκεῖ γνώρισα καὶ ἄλλα πρόσωπα. Νὰ ἐδῶ, ὁ πατέρας ποὺ εἶναι ἐδῶ, τώρα τὸν εἶδα, τὸν εἶδα καὶ στὴν ἐνθρόνιση, οὔτε χαιρετηθήκαμε, νεαροὶ φοιτητὲς ἤμασταν τότε. Καὶ ναὶ μέν, σπουδάζαμε σὲ μιὰ μεγάλη καὶ πολυάνθρωπη πόλη, ἀλλὰ σὲ κάθε κάλεσμα τοῦ Σεβαστιανοῦ εἴμασταν πρῶτοι. Ἐγὼ πρώτη Πρεσβεία, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ποὺ ἔμαθα ποὺ ἦταν, στὴν Ὁδὸ Δεινοκράτους – γιατί, νομίζω τώρα ἔχει ἀλλάξει - ἦταν ἡ Πρεσβεία τῆς Ἀλβανίας. Ἔνα ἀπόρθητο φρούρειο.
Κατόρθωσε, δηλαδή, νὰ ἀφυπνίσει καὶ ὅλους ἐκείνους ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν σχέση πνευματική μαζί του, ἤ νὰ μὴν συνδέονταν ἐκκλησιαστικά, νὰ μὴν προέρχονταν ἀπὸ τὴν δική του Ἐπαρχία, ἐν τούτοις ὅμως, ὡς πρόσωπο ἀγαπητό καὶ σεβαστό, ὡς πρόσωπο ποὺ ἤξερε νὰ δίνει ἀγῶνες, μποροῦσε νὰ συνεγείρει τὴν συνείδηση ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, καὶ τελικὰ νὰ κάνει καὶ ἐκείνους, ποὺ κατὰ κανόνα ὑπνώττουν, ὅπως ἡ πολιτικὴ ἐξουσία στὸ κέντρο, στὴν πρωτεύουσα, στὸ κέντρο τῆς Χώρας, ἡ ἑκάστοτε πολιτικὴ ἐξουσία, καὶ κάποιες φορές, δυστυχῶς, καὶ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία, ἡ ὁποία θέλοντας κάποιες φάσεις τῆς Ἱστορίας νὰ φανεῖ ἀρεστὴ στοὺς κοσμικοὺς ἄρχοντες, προτιμᾶ νὰ σιωπᾶ, ἀντὶ νὰ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ διεκδικεῖ τὸ δίκαιο καὶ τοῦ τελευταίου ἀνθρώπου.
Ἄν τὰ συνδέσουμε αὐτὰ τὰ δύο, τὴν Κυριακή, δηλαδή, τὴν σημερινή, ποὺ εἶναι ἡ παραβολὴ τοῦ Μεγάλου Δείπνου, βλέπουμε ὅτι ὁ Σεβαστιανὸς εἶναι μία ἔμπρακτη εἰκόνα καὶ μία ἔμπρακτη παρουσία τοῦ Εὐαγγελίου μέσα σ’ αὐτὴν τὴν Ἐπαρχία. Καί, βεβαίως, ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐδῶ νὰ περάσουν πολλοὶ καὶ μεγάλοι Ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι στάθηκαν κοντὰ στὸν λαό, πάρα τὶς ἰδιαιτερότητες τοῦ χαρακτῆρος τοῦ καθενός, τὶς ὁποῖες ἰδιαιτερότητες ὁ Θεὸς δὲν ἐξαφανίζει γιατὶ ἀκριβῶς σέβεται τὴν ἐλευθερία τοῦ καθενὸς ἀνθρώπου. Ὁ κάθε ἄνθρωπος διακονεῖ στὴν ἀποστολή του μὲ τὰ δικά του προσωπικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποία κουβαλᾶ, καθοδηγούμενος πάντοτε, ὅμως, ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Ὅταν πῆγα στὸ Δελβινάκι τὴν πρώτη μέρα, μοῦ ἔκανε ἐντύπωση στὸ κτίριο αὐτό, τὸ Ἐκπαιδευτήριο, φτιαγμένο ἀπὸ τὸν προηγούμενο αἰῶνα, στὴν κορυφὴ ἔχει – σήμερα αὐτὸ θὰ ἦταν ἀδιανόητο, νὰ μπεῖ φράσις τῆς Ἁγίας Γραφῆς - ἔχει στὴν κορυφή : «Ἀρχὴ σοφίας, φόβος Κυρίου» (Ψαλμ. 110, 10). Αὐτὸ τὸ ξέρουν μόνον οἱ πνευματέμφοροι ἄνθρωποι. Αὐτοὶ ποὺ καθοδηγοῦνται ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Καὶ τέτοια προσωπικότητα ἤτανε καὶ ὁ Σεβαστιανὸς γιὰ τὸν ὁποῖο σὲ λίγο, γιὰ τὴν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς του, θὰ προσευχηθοῦμε.
Απόσπασμα από το κήρυγμα του Μητροπολίτου Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης κ.κ. Ἀλεξίου στὴν Ἱ. Μονὴ Μολυβδοσκεπάστου κατὰ τὸ Μνημόσυνο τοῦ Μητροπολίτου κυροῦ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ στὶς 14.12. 2025


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου