3/3/13

ΤΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΤΕΡΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


      Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
      Πατρῶν κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
 
Ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου υἱοῦ (Λουκ. ιε’. 11-32) εἶναι τό συγκλονιστικότερο κείμενο ὅλων τῶν ἐποχῶν, τό ὁποῖο εἶναι σέ θέση, νά ἀλλοιώσῃ μέ τήν δυναμική του καί τίς πλέον σκληρές καρδιές.
 
Ὁ νεώτερος γυιός «ἐπαναστατεῖ», θέλει νά «ἀπελευθερωθῇ» ἀπό τά οἰκογενειακά δεσμά καί ἀπό τήν πατρική κηδεμονία. Θέλει, ὅπως λένε οἱ νέοι σήμερα, νά κάνῃ τήν ζωή του. Γνωρίζει ὅτι εἶναι ἐλεύθερος καί ἐπιθυμεῖ νά κάνῃ χρήση τῆς ἐλευθερίας του, ὅπως αὐτός ἀντιλαμβάνεται τήν ἔννοια τοῦ ὅρου.
 
Ὅμως, τί κρῖμα! Ὑπάρχει ἕνα ἐμπόδιο. Ὁ Πατέρας... ζεῖ. Δέν ἔχει μοιράσει ἀκόμη τήν περιουσία. Καί... ἀργεῖ. Δέν ἔρχεται ἡ ὥρα του νά... φύγῃ. Ἔτσι λοιπόν ὁ γυιός «σκοτώνει» τόν Πατέρα. «Πατέρα δέν μπορῶ νά περιμένω ἄλλο. Δός μου τό μερίδιό μου, τό μερτικό μου, (ὅπως θά λέγαμε ἐμεῖς σήμερα). Θέλω νά ζήσω τή ζωή μου».  
 
Ὁ Πατέρας δέν μπορεῖ νά κάνῃ διαφορετικά, σφίγγει τήν καρδιά του καί μοιράζει τό βιός του.
Ἀπό τώρα ἀρχίζει ὁ πόνος τοῦ Πατέρα γιά τόν χαμό τοῦ παιδιοῦ, ὄχι γιά τήν ἀπώλεια τῆς περιουσίας. Τό παιδί..., ἡ ψυχή τοῦ ἑνός, τοῦ ἀπολωλότος προβάτου.
 
Ὅμως ἀρχίζει καί ἡ περιπέτεια τοῦ παιδιοῦ. Ἡ ἐλευθερία, τό ὡραιότερο δῶρο τοῦ Πατέρα. Ἀλλά πρέπει νά ξέρῃς, νά σέβεσαι αὐτό πού ἔχεις, γνωρίζοντας ποιός σοῦ τό ἔδωσε, καί τί σημασία ἔχει γιά τήν ζωή σου. «Καί κατέφαγε τόν βίον αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως...». Τραγική διαπίστωση καί ὀδυνηρός ὁ τρόπος πού παρουσιάζεται.

«Τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος», θά εἴπῃ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. στ’. 23). Ὁ γυιός «πεθαίνει», ἀφοῦ ἔχασε τά προνόμια καί τά ἀγαθά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Πατέρας.
 
Ὅμως ζεῖ ὁ Πατέρας. Δέν ζεῖ ἁπλῶς κάπου μακρυά, ὅπου ὀδυνώμενος γιά χρόνια θεωρεῖ τό παιδί του χαμένο καί πεθαμένο. Τί συγκλονιστικό! Ζεῖ μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀσώτου παιδιοῦ. Ὅλα χάθηκαν. Μένει ἡ γλυκιά παρηγοριά, ἡ ἀγάπη τοῦ Πατέρα. Γυρίζει λοιπόν μέ τήν θύμησή του ἐκεῖ, στό σπίτι, στόν χῶρο πού τόν γέννησε ἡ ἀγάπη καί τόν ἀνέστησε ὁ κόπος καί τό δάκρυ. 
 
Ἔφτασε ἡ μεγάλη στιγμή. Ἡ ἀγάπη ἔκανε τό θαῦμα. «Ἦλθε εἰς ἑαυτόν...». Λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος: «Εἶδον ἀκαθάρτους ψυχάς περί ἔρωτας σωμάτων ἐμμανῶς διακειμένας∙ καί δή σκέψιν μετανοίας προσλαβοῦσαι, ἐκ πείρας ἔρωτος, τόν αὐτόν πρός Κύριον μετενηνόχασιν ἔρωτα· καί πάντα φόβον ὑπερπηδήσασαι, ἀπλήστως εἰς ἀγάπην Θεοῦ ἐνεγκεντρίσθησαν» (PG. 5. 777). Ἡ ἀγάπη εἶναι δύναμη ἀνυπολόγιστη. Καί τά βουνά γκρεμίζει. Ὁ πεσμένος γυιός ἀποφασίζει: «Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου».
 
Ὑπάρχει κάποιος πού τοῦ ἔμεινε. Δέν εἶναι μόνος. Χαρακτηριστικές οἱ λέξεις πού χρησιμοποιεῖ ὁ Κύριος στήν παραβολή. «Ἀναστάς». Ἀφοῦ δηλαδή σηκώθηκε, ἠγέρθη ἀπό τό πτῶμα του. Εἶναι ὀδυνηρό τό νά «πέφτῃ» κάποιος ἀπό τό ὕψος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν ἀγκαλιά τῆς ἀγάπης τοῦ Πατέρα. Τό ὀδυνηρότερο ὅμως καί τραγικότερο εἶναι τό νά μένῃ πεσμένος, ἐνῷ ἔχει τήν δυνατότητα νά σηκωθῇ.
   
 Ἡ δεύτερη σκέψη εἶναι τό, «πορεύσομαι». Σημαίνει τήν κίνηση ἡ ὁποία γίνεται μετά τήν μεγάλη ἀπόφαση γιά συνάντηση μέ τό ἀγαπώμενο πρόσωπο. Δηλώνει τήν γενναιότητα τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ξεπερνάει ὅλα τά ἐμπόδια καί ἀνακαλύπτει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα λογικό καλάμι, ριζωμένο στόν βοῦρκο τῆς γῆς, ἀλλά εἶναι τό θεῖο δημιούργημα, «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ, τό ὁποῖο σκοπό ἔχει τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί τήν αἰώνια ζωή καί μακαριότητα.
 
Ἡ ὥρα τῆς μεγάλης συνάντησης ἔφτασε. Ἄν προσέξωμε, πώς περιγράφεται ἡ σκηνή αὐτή, θά αἰσθανθοῦμε δέος καί ἐσωτερικό σεισμικό συγκλονισμό.
 
Δέν ὑπάρχει ζωηρότερη σκηνή ἀπό αὐτήν τῆς συνάντησης τοῦ Πατέρα μέ τό παιδί.
«Ἔτι δέ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος, εἶδεν αὐτόν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμών ἐπέπεσεν ἐπί τὸν τράχηλον αὐτοῦ καί κατεφίλησεν αὐτόν».
 
Ἐκεῖνος πού πέφτει πρῶτος στήν ἀγκαλιά τοῦ ἄλλου δέν εἶναι ὁ υἱός, ὁ ὁποῖος δέν προφθάνει κἄν νά ἀρθρώσῃ λόγον καί νά πῇ «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου...», ἀλλά ὁ Πατέρας. Ἔκφραση τοῦ συγκλονιστικοῦ μεγαλείου τῆς ἄνευ ὅρων θυσιαστικῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς καί τῆς οὐράνιας εὐφροσύνης γιά τήν ἐπιστροφή. Τήν σκηνή αὐτή ἀκολουθεῖ ἡ δεύτερη ἔκπληξη.
 
«Δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ».
Δῶστε του δακτυλίδι. Σημάδι τῆς ἐμπιστοσύνης στό παιδί. Τό δακτυλίδι εἶναι στρογγυλό. Δέν ἔχει οὔτε ἀρχή οὔτε τέλος. Ἡ τελειότης τῆς ἀγάπης. Δέχεται τό παιδί, ὅπως εἶναι.
«Ἐξενέγκατε τήν στολήν τήν πρώτην».  
Δύο ἑρμηνεῖες δυνάμεθα νά δώσωμε στό σημεῖο αὐτό. Καί οἱ δύο σωστές. Ἡ δεύτερη ὅμως συγκινεῖ περισσότερο ἀπό τήν πρώτη:
α) Δῶστε του τά καλύτερα ἐνδύματα. Ντῦστε τόν μέ περίλαμπρα ροῦχα. «Ὅτι νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη».
β) Δῶστε του τήν φορεσιά τήν πρώτη, ἐκείνη πού φοροῦσε ὅταν ἔμενε στό πατρικό σπίτι. Ἐκείνη πού πέταξε ὅταν ἔφυγε, ὡς ἄχρηστη, γιά νά ἀπολαύσῃ τήν ψεύτικη «ἐλευθερία», πού τοῦ χάρισε τήν «γύμνια» τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Αὐτή τήν στολή πού θά τόν κάνῃ νά αἰσθάνεται ἄνετα «στό σπίτι του». Κανένα παιδί δέν κάθεται στό σπίτι του φορῶντας τήν ἐπίσημη στολή συνεχῶς. Κανείς δέν ξημεροβραδυάζεται, θά λέγαμε, «μέ κουστούμι καί γραβάτα» στόν οἰκεῖο χῶρο, γιατί ἔτσι δέν αἰσθάνεται ἄνετα, ἀλλ’ αἰσθάνεται ὡς ἐπισκέπτης, φιλοξενούμενος, ξένος.
  
Καί τόν μόσχον τόν σιτευτόν θύσατε».
Ἑτοιμάστε τό τραπέζι τῆς χαρᾶς. Ἡ πνευματική εὐφροσύνη, τό οὐράνιο ἀγαλλίαμα, ἡ Βασιλική Τράπεζα τῆς σωτηρίας, τό πανηγύρι τῆς προσωπικῆς συνάντησης τοῦ σεσωσμένου πλέον μέ τόν Πατέρα, ἀκολουθεῖται ἀπό τήν ἄλλη εὐωχία καί χαρά, στήν ὁποία συμμετέχει καί ἡ ἄλογος κτίσις τοῦ Θεοῦ.
 
«Καί φαγόντες εὐφρανθῶμεν...».
            Ἀδελφοί μου, ὅποιος πατέρας κοσμικός ἔχει «χάσει» τό παιδί του καί βρέχει μέ τά δάκρυά του τήν στρωμνή του, ὅποιος γονιός περιμένει νά ζήσῃ τήν «ἐπιστροφή» τοῦ σπλάγχνου του ἀπό τήν κόλαση τῆς ἀποστασίας ἀπό τήν πατρική ἑστία καί τήν σπατάλη τοῦ «πατρικοῦ πλούτου», ἐκεῖνος καλύτερα ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλο δύναται νά ἀντιληφθῇ τό μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς συναντήσεως.
 
Ἡ Ἐκκλησία κάθε ἡμέρα βιώνει αὐτές τίς μεγαλειώδεις στιγμές. Ζεῖ τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου, τήν χαρά του, τίς ἀστοχίες του, τήν ἀπομάκρυνσή του, πολλάκις, ἀπό τήν πατρική ἑστία, τήν ὀδύνη τῆς λύπης γιά τήν ἁμαρτία, τήν ἀπόφαση τῆς ἐπιστροφῆς, τήν ἀπερίγραπτη συγκίνηση καί οὐράνια εὐφροσύνη τῆς συναντήσεως μέ τόν Θεό Πατέρα, γιά τήν ὁποία τά σύμπαντα χαρᾶς πληροῦνται καί μυστικῶς συνευφραίνονται οἱ οὐράνιες μέ τίς ἐπίγειες δυνάμεις ἐπί τοῦ φρικτοῦ Θυσιαστηρίου, τῆς Εὐχαριστιακῆς δηλαδή Τραπέζης, ὅπου θυσιάζεται ὁ οὐράνιος Ἀμνός γιά τήν χαρά τῆς ἐπιστροφῆς, γιά τήν συνέχιση τῆς ζωῆς εἰς ἀτελευτήτους αἰῶνας.
 
Ρίγη συγκινήσεως κατακλύζουν τήν καρδιά μας, ὅταν ἀκούωμε τό συγκλονιστικό τροπάριο:
«Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τόν ἐμόν, κατηνάλωσα βίον, εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀφορῶν τοῦ ἐλέους Σου. Νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδῃς καρδίαν· σοί γάρ Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω. Ἥμαρτον, σῶσόν με».
 
Καί χαρᾶς πληροῦται ἡ καρδία μας καί τά σύμπαντα μέ τήν ἐπισφράγιση τῆς πανηγύρεως, μέ τό οὐράνιο ἆσμα:
«Ἐπιγνῶμεν ἀδελφοί τοῦ μυστηρίου τήν δύναμιν· τόν γάρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας, πρός τήν πατρικήν ἑστίαν, ἀναδραμόντα, Ἄσωτον Υἱόν ὁ πανάγαθος Πατήρ, προϋπαντήσας ἀσπάζεται, καί πάλιν τῆς οἰκείας δόξης, χαρίζεται τά γνωρίσματα, καὶ μυστικήν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ εὐφροσύνην, θύων τόν μόσχον τόν σιτευτόν, ἵνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τῷ τε θύσαντι φιλανθρώπῳ Πατρί, καί τῷ ἐνδόξῳ θύματι, τῷ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
 
Ἀδελφοί μου, ἔχει εὐστόχως λεχθῆ, ὅτι «οὐδείς ἅγιος ὑπάρχει χωρίς παρελθόν καί οὐδείς ἁμαρτωλός χωρίς μέλλον». 
Οἱ ἀποφάσεις εἶναι δικές μας. Ὁ Πατέρας περιμένει νά πέσῃ πρῶτος στήν ἀγκαλιά μας.
Ἄς μήν λησμονοῦμε, ὅτι τρομερό δέν εἶναι τόσο τό νά «πέσῃς», ὅσο τό νά μείνῃς «πεσμένος», ἐνῶ ἔχεις τήν δυνατότητα νά φτάσῃς στόν οὐρανό.
 
Καί κάτι ἀκόμη. Ἕνα μονάχα ὄν ἐπί τῆς γῆς ἔχει τό θλιβερό προνόμιο νά μή μπορῇ ποτέ νά ἐγερθῇ καί νά πετάξῃ. Τό σκουλήκι, γιατί πάντοτε σέρνεται.
Εἴμαστε δημιουργημένοι γιά νά κληρονομήσωμε τήν οὐράνια Βασιλεία. Ὁ Πατέρας μᾶς περιμένει, ἀρκεῖ νά γυρίσωμε. Ἐκεῖνος πρῶτος θά μᾶς γλυκοφιλήσῃ, ἐκεῖνος θά κλάψῃ ἀπό χαρά γιά τήν ἐπιστροφή καί τήν σωτηρία μας.  
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: