18/3/13

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ - Μητροπολίτης Πατρών Χρυσόστομος


Ἡ εἴσοδός μας στήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή σηματοδοτεῖ τήν ἔναρξη ἑνός ἐντονωτέρου πνευματικοῦ ἀγῶνoς, προκειμένου νά φτάσωμε νά προσκυνήσωμε τά σεπτά πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά τόν δοξάσωμε Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν.

Αὐτός ὁ ἀγώνας εἶναι δύσκολος, ἀφοῦ ἡ πορεία μας γιά συνάντηση μέ τόν Κύριό μας εἶναι «Γολγοθάς», τόν ὁποῖο ἀνεβαίνομε αἴροντες ὁ καθένας τόν σταυρό του. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἐνισχύει σ’ αὐτόν τόν ἀνηφορικό δρόμο, χαρίζοντάς μας τήν δυνατότητα νά βαδίζωμε ἔχοντας συνοδοιπόρο μας τόν ἴδιο τόν Κύριό μας Ἰησοῦν Χριστό, ὁ ὁποῖος κάθε φορά πού πέφτομε καί πληγωνόμαστε, μᾶς πιάνει ἀπό τό χέρι καί μᾶς δίδει οὐράνια χάρη καί δύναμη.

Ὅμως ἔχομε καί τήν Παναγία μας, ἡ ὁποία μέ τίς πρεσβεῖες της γίνεται ἡ παραμυθία μας, ἡ παρηγοριά μας δηλαδή, καί μέ τό μητρικό γλυκύτατο βλέμμα της στηρίζει τά ἀδύναμα μέλη μας, ὥστε νά φτάσωμε στό εὐλογημένο τέλος. Τήν συνοδεύουν στήν ἱκεσία της οἱ Ἅγιοί μας, οἱ οποῖοι μέ τήν κατά Θεόν βιοτή καί πολιτεία τους, μᾶς ἐμπνέουν καί μᾶς στηρίζουν στήν πνευματική μας πορεία.
           
Σ’ αὐτό τόν δρόμο ἡ μητέρα μας Ἐκκλησία μᾶς παρέχει καί τά σωτήρια φάρμακα, πού εἶναι, ὅπως ὅλοι καλῶς γνωρίζομε, ἀπαραίτητα γιά τήν θεραπεία τῶν «πληγῶν» μας. Εἶναι ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ νήψη, ἡ φυλακή τοῦ νοός, τό λουτρό τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, καί τέλος ἡ συμμετοχή μας στήν Εὐχαριστιακή Τράπεζα, ὅπου γινόμαστε μέτοχοι τῆς οὐρανίου χαρᾶς καί μακαριότητος, γευόμενοι τοῦ Παναγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
           
Πρέπει ὅμως νά γνωρίζωμε λεπτομερῶς τίς δυσκολίες αὐτῆς τῆς πορείας καί τούς ἐχθρούς μας, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται, ὥστε νά μᾶς ἐμποδίσουν ,παντί τρόπῳ, νά φτάσωμε στό ἐπιθυμητό καί ἅγιο «τέλος», νά ἐπιτύχωμε δηλαδή τήν κατά Χριστόν Ἰησοῦν τελείωση, τήν θέωσή μας.
Ἄς δοῦμε λοιπόν, ἐν ὀλίγοις, αὐτούς τούς ἐχθρούς μας, ὥστε νά συντονίσωμε τόν ἀγῶνα μας πρός τελείαν καί βεβαίαν τήν νίκη.


Ὁ πρῶτος ἐχθρός μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ τά ἰδικά του, καί κάθε τόσο τό γαιῶδες, τό  χαμαίζηλον φρόνημά μας ἐξέρχεται εἰς βοσκήν βορβορώδη, ὑπηρετώντας τίς σαρκικές ἡδονές καί ἐπιθυμίες μας. Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος γράφει σχετικά μέ αὐτό τό θέμα: «Βλέπω δέ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου, ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καί αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου» (Ρωμ. ζ’.23).
           

 Ὅ Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς κάνει ἐπίσης λόγο γιά τίς σωματικές αἰσθήσεις, ἀφοῦ ἔχομε σῶμα, οἱ ὁποῖες πολλάκις ἐπαναστατοῦν ἐναντίον τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κάνει λόγο καί γιά τήν ψυχική αἴσθηση, ἀφοῦ ἔχομε καί ψυχή.
 

Ὁ ἐμπαθής καί πεπτωκώς ἄνθρωπος, ἔχει φρόνημα σαρκικό καί ὑπηρετεῖ δουλικά τά ταπεινά ἔνστικτα. Ζεῖ γιά τήν εὐχαρίστηση τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων, ἡ ὁποία εἶναι πρόσκαιρη καί καταστροφική. Ὅ ἂνθρωπος αὐτῆς τῆς κατηγορίας, «τόν ἀγῶνα πάντα πρός τά ὁρώμενα ἔχει... Σκοτεινός εἰσί τοῖς φρονήμασι καί τῶν ἀκτίνων τοῦ θείου φωτός πάντων ἀμέτοχος» (Νικήτας Στηθᾶτος).
 

Ὁ πλέον χαρακτηριστικός ὅμως λόγος γιά αὐτό τό εἶδος ἀνθρώπου, εἶναι ἐκεῖνος τοῦ ὁσίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου: «Ὁ σαρκικῇ προαιρέσει ἄνθρωπος, ὁπόταν περί Θεοῦ ἀκούσῃ, ὡς ἀηδεῖ ὁμιλία περιοχλούμενος τόν νοῦν ἀηδιάζεται, καθώς καί ὁ προφήτης λέγει: “ἐγένετο αὐτοῖς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὡς ἔμετος”».
 

Ὁ δεύτερος ἐχθρός μας εἶναι ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος μέ τό δικό του «κοσμικό», ἁμαρτωλό φρόνημα καί μέ τήν δύναμη πού διαθέτει, μᾶς ἑλκύει συνεχῶς πρός τά ἡδέα (εὐχάριστα) τῆς γῆς, τά ὁποῖα εἶναι φθαρτά καί παρέρχονται ἀνεπιστρεπτί. Μᾶς ξεγελάει λέγοντάς μας ὅτι ἡ εὐτυχία καί ἡ χαρά εὑρίσκονται ἐδῶ καί ὅτι ὅταν κλείσωμε τά μάτια μας ὅλα τελειώνουν, λές καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ὄν χωρίς εἶδος καί πνευματικό κάλλος.
 

Ὁ κόσμος, μᾶς κινεῖ σέ ἐξωστρέφεια καί διασπᾶ τίς ἐσωτερικές μας δυνάμεις, ὥστε νά εὑρισκώμεθα συνεχῶς σέ πνευματική ραστώνη καί νά ζοῦμε ἁπλῶς στό «κατά φύσιν», χωρίς πνευματική πρόοδο καί ἀνάταση.
Θά ἀναφέρω δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα, τά ὁποῖα ἔχουν τήν φιλοσοφία τοῦ, «δέν πειράζει...».
 

Συνήντησα μετά τήν Πρωτοχρονιά γυναῖκα, μεγάλης ἡλικίας, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε «ἐν χαρᾷ» ὅτι ἦτο εὐτυχής, διότι ἐξεπληρώθη ἡ ἐπιθυμία της, πρίν πεθάνει νά πάῃ στό καζίνο. Βρέ γιαγιά, εἶπα, τί λές! Πῆγες ἐσύ στό καζίνο; Ναί Δεσπότη μου, εἶναι κακό; Μά ἐκεῖ εἶναι ναός τοῦ διαβόλου, τῆς εἶπα. Δέν ἔπαιξα λεφτά Δεσπότη μου, ἀλλά... εἶναι ὡραῖα... Θά πάω Δεσπότη μου νά ἐξομολογηθῶ γιά νά μέ συγχωρέσῃ ὁ Θεός.
 

Ἄχ αὐτή ἡ νοοτροπία, εἶπα μέσα μου, πόσους ἔχει ὁδηγήσει σέ καταστάσεις ὀδυνηρές! «Ἔλα βρέ ἀδελφέ, καί τί ἔγινε...;» Ἡ ἐξωστρέφεια, τό κοσμικό φρόνημα, τό ὁποῖο μᾶς μπερδεύει καί μᾶς ἀποπροσανατολίζει.
Δεύτερο παράδειγμα εἶναι ἡ συμμετοχή τῶν ἀνθρώπων στίς καρναβαλικές ἐκδηλώσεις, οἱ ὁποῖες εἶναι ξένες μέ τό ἦθος καί τά δεδομένα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Ἐκκλησίας μας. «Ἔ, δέν πειράζει πού βγαίνομε γιά νά ξεφαντώσωμε...», λένε οἱ περισσότεροι. Αὐτό τό, «δέν πειράζει» τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος ὁδηγεῖ στό παντελές ξέφτισμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς.
 

Τρίτος ἐχθρός μας εἶναι ὁ μισόκαλος διάβολος, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται νυχθημερόν ἐναντίον τοῦ θείου θελήματος καί διαβάλλει συνεχῶς τόν Θεό στόν ἄνθρωπο, ὡς μιαρός ψυθιριστής. Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος μιλάει μέ σαφήνεια καί προειδοποιεῖ: «Εἶδον τάς παγίδας τοῦ διαβόλου ἡπλωμένας ἐν τῇ γῇ». Καραδοκεῖ, ὁ πειραστής, σέ κάθε μας βῆμα καί έπιζητεῖ μανιακῷ τῷ τρόπῳ τίνα καταπίῃ.
 

Ὁ ἄνθρωπος, «πεσών ὑπό τήν ἐξουσίαν τοῦ διαβόλου κλονεῖται τῷ δεινῷ ἀνέμῳ τῆς ἁμαρτίας πνέοντι, καί σείονται ψυχαί καί λογισμοί καί νοῦς. Ὁμοιάζει δέ σίτῳ βεβλημένῳ τῷ σινίῳ τῆς γῆς ταύτης σινιαζόμενος ἐν ἀστάτοις λογισμοῖς τοῦ κόσμου τούτου καί σάλῳ ἀπαύστῳ τῶν γηίνων πραγμάτων, ἐπιθυμιῶν καί πολυπλόκων ἐννοιῶν, ὑλικῶν καί ἡδονῶν παντοδαπῶν καί ποικίλων» (Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος).
 

Τά τεχνάσματα τοῦ διαβόλου εἶναι ποικίλα καί φοβερά, ἀφοῦ κτυπάει στό σημεῖο ὅπου ὑπάρχει ἡ ἀδυναμία τοῦ καθενός μας. Ὅπως τό πτηνό δρυοκολάπτης κτυπάει μέ τό ράμφος του τόν κορμό τοῦ δένδρου, προκειμένου νά εὕρῃ κούφιο σημεῖο καί νά κτίσῃ τήν φωλιά του ἤ νά κορέσῃ τήν πεῖνα του, ἔτσι καί ὁ διάβολος κτυπάει τόν ἄνθρωπο ἐκεῖ ὅπου εἶναι κούφιος καί κενός, προκειμένου νά ἐγκαταστήσῃ τό στρατηγεῖο του.
 

Οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας συνιστοῦν τήν συνεχῆ μνήμη καί ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού γλυκαίνουν τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, ἀφοῦ στό βάθος τῆς καρδιᾶς μας εἶναι ἐγκαθιδρυμένη ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας, τήν ὁποία ἐλάβαμε μέ τό ἅγιο Βάπτισμα.
 

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τίς γήινες μέριμνες καί «τότε αὐτῷ ὀχλεῖ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καθαρίζων αὐτόν ἐν αἰσθήσει πολλῇ καί πάσης τῆς γεώδους παχύτητος» (Ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς).
 

Πολλάκις αἰσθάνομαι λύπην βαθυτάτην στήν ψυχή μου, ὅταν σκέπτωμαι ὅτι λίγοι ἀγωνίζονται σωστά καί συνειδητά τόν καλόν ἀγῶνα κατά τήν διάρκεια τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀλλά καί καθ’ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἔτους καί ἀκόμη λιγότεροι φτάνουν στό τέρμα.
 

Εἶναι φανερό ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ζοῦν «βίον ἐπίπλαστον», χωρίς ἰδιαίτερο κόπο καί πνευματική ἄσκηση, καί γιά τοῦτο ἔχουν ἀδύναμες πνευματικές αἰσθήσεις καί δέν ἀντέχουν στούς δεινούς ἀνέμους τῶν φρικτῶν πειρασμῶν. Ἔτσι, ἐνῷ κάνομε λόγο γιά τήν πνευματική ζωή, πόρρω ἀπέχομε αὐτῆς, καί ἐνῷ ἑτοιμαζόμαστε γιά τόν ἑορτασμό τοῦ Πάσχα, οὐδέν ἐπιτυγχάνομε, ἀφοῦ δέν κατορθώνομε τό πέρασμά μας ἀπό τό σκοτάδι στό φῶς, ἀπό τά πρόσκαιρα καί τά βοσκηματώδη, στή χαρά τῶν τέκνων τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
 

Ἡ δυνατότης ὑπάρχει καί ἡ χάρις πλουσία δίδεται παρά Κυρίου. Ἄς καταθέσωμε τήν θέλησή μας καί τήν ὑπομονή μας γιά τόν σωστό πνευματικό ἀγῶνα.
 

Μιά εὐχή καί προσευχή ἐπί τῇ ἀπαρχῇ τῆς κατανυκτικῆς καί Ἁγίας πνευματικῆς περιόδου ἄς κάνωμε ἐκ βαθέων:
«Νά φτάσωμε εἰς τόν ἐνυπόστατον φωτισμόν καί τήν τελειωτάτην διάκρισιν... πορευόμενοι ἐν πνευματικῇ μεσημβρίᾳ, ἡλιακαῖς ἀκτῖσι ἀοράτοις, φαιδρυνόμενοι» (Ἀδελφοί Κάλλιστος & Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι).
 

Ἀδελφοί μου, σᾶς εὔχομαι Καλή Τεσσαρακοστή καί καλή Ἀνάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: