10/1/13

Μεταξύ φίλων - Δ. Πάνου



 
Πολλά ψέματα είπαμε… (1) 

Καλή χρονιά, ευλογημένη και χαρούμενη για όλους! Τι θα πει «καλή», είναι βέβαια ένα ερώτημα – άλλο εννοεί ο καθένας μας, αλλού στρέφει τις προσδοκίες του, με άλλο τρόπο επενδύει στο ατομικό και συλλογικό μέλλον. Έχω, όμως, την εντύπωση πως για όλους μια προϋπόθεση που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η ειλικρίνεια, όπως προσδιορίζεται από δύο άξονες: την αυτοκριτική και την αυτογνωσία. 

Μια τέτοια προϋπόθεση μπορεί να μας φαίνεται αυτονόητη για τον ατομικό βίο, ίσως να μην γίνεται κατανοητή όμως με μια πρώτη ματιά όσον αφορά την πορεία ενός συνόλου, μιας κοινωνίας ή ενός λαού. Κι όμως, ίσως πρόκειται για την πιο ουσιαστική παράμετρο σε μια πορεία εθνικής ανασυγκρότησης, για την οποία όλοι υποτίθεται ότι νοιαζόμαστε. Γιατί, μέχρι τώρα μας είπαν πολλά ψέματα – και τα πιστέψαμε∙ είπαμε πολλά ψέματα οι ίδιοι στον εαυτό μας – και νομίσαμε σιγά σιγά ότι είναι αλήθειες∙ ακούσαμε πολλά όμορφα λόγια – και αφεθήκαμε στη μαγεία τους σαν να ήταν αλήθειες…

- Μας είπαν ότι η Παιδεία μας πρέπει να «εκσυγχρονιστεί» και να μοιάσει στα πετυχημένα πρότυπα της Δύσης: κοινωνικές και επαγγελματικές δεξιότητες, τεχνικές για την ανάδειξη χαρισμάτων και δεξιοτήτων, περιορισμός του «ιδεολογικού» φορτίου, λιγότερα για την Πατρίδα, τη Θρησκεία, την Ηθική: το πιστέψαμε άβουλα και άκριτα, το εφαρμόσαμε «στο περίπου» και ελληνοπρεπώς και… φτιάξαμε μια νέα γενιά που ξέρει πολλά και διάφορα, αλλά δεν έχει ιδέα για το τι σημαίνει κοινωνική ηθική και εθνικό καθήκον, που δυσκολεύεται να καταλάβει τα όρια του ιδιωτικού σε σχέση με το ατομικό και ιδιοτελές∙ που δεν μπορεί να στηριχτεί σε κάποια σταθερή ρίζα για να ανθίσει – την παράδοση ως τρόπο ερμηνείας του παρόντος και κριτηρίου για το μέλλον.


- Μα και κάποιοι άλλοι μας είπαν ότι η λύση στο πρόβλημα της Παιδείας μας είναι… η στροφή ολοταχώς προς το παρελθόν: πολλά Αρχαία, πολλά Θρησκευτικά, πολλή ρητορεία, πολλά λόγια – συνήθως κούφια και όχι βιωμένα, νοσταλγικά κατάλοιπα μιας φαντασιακής Ελλάδας που ποτέ δεν υπήρξε. Ένα κακέκτυπο του γερμανικού ακαδημαϊσμού του 19ου αιώνα που μας άρεσε και μας βαυκάλιζε τον εθνικό εγωισμό, αλλά μας άφηνε, από ένα σημείο και μετά, χωρίς ουσιαστικές απαντήσεις στα καίρια κοινωνικά και οικονομικά διακυβεύματα της νέας εποχής. Πολλοί το πιστεύουν, αλλά είναι ψέμα: δεν ήταν τόσο χαζοί οι άλλοι λαοί που άλλαξαν εκπαιδευτικά πρότυπα εγκαίρως και δρέπουν (έστω σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και ως προς το γενικότερο μορφωτικό επίπεδο του λαού τους), θετικά αποτελέσματα.

- Ακούσαμε συστηματικά εδώ και 3-4 δεκαετίες ότι είναι πια καιρός η Δημοκρατία να γυρίσει στην κοιτίδα της – σωστό και αναγκαίο, ειδικά από τη στιγμή που ολοκληρωμένη Δημοκρατία δεν ευτυχήσαμε να έχουμε στα πρώτα 150 χρόνια του ελεύθερου βίου της χώρας μας. Όμως, ταυτίσαμε στη σκέψη μας τη δημοκρατία με την αυθαιρεσία, το δικαίωμα με τη διεκδίκηση, την επιθυμία με την αυτοδίκαιη εκπλήρωσή της. Ο εκβιασμός του κοινωνικού συνόλου έγινε «νόμιμη κινητοποίηση», η βία απέκτησε χρώμα για να δικαιολογείται κατά περίπτωση ως «δίκαιη αγανάκτηση», η πρόοδος ταυτίστηκε με την υπερίσχυση των δικαιωμάτων σε βάρος των υποχρεώσεων, τελικά οι θεσμοί υποχώρησαν προς όφελος του «λαϊκού αισθήματος»: αντί για Δημοκρατία που νομίζαμε ότι οικοδομούμε, χτίσαμε ένα καθεστώς γεμάτο από λαϊκιστικές εκτροπές, κακέκτυπο δημοκρατίας – με τη συναίνεση των περισσοτέρων, γιατί μας βόλευε το να καλυπτόμαστε πίσω από μια τέτοια εκδοχή «προχωρημένης» δημοκρατίας των συνενόχων.

- Μετά από δεκαετίες αβεβαιότητας και ανασφάλειας που οφείλονταν στις ιστορικές περιπέτειες του Ελληνισμού, ο ελληνικός λαός πίστεψε ότι πλέον όλα αυτά ήταν μακρινές αναμνήσεις που δεν επρόκειτο να τις ξαναζήσει. Πώς όμως καλύπτεται το κενό και η υστέρηση δεκαετιών; Πώς αντισταθμίζονται οι χαμένες ευκαιρίες και οι διαψεύσεις γενεών ολόκληρων; «Θα φτιάξουμε μια κοινωνία ισότητας», μας είπαν. Τι καταλάβαμε με την έννοια της «ισότητας»; Τον εξισωτισμό προς τα κάτω – όπου ο μαθητής του 2 πρέπει κι αυτός να έχει την «ίση ευκαιρία» να σπουδάσει όπως κι ο μαθητής του 20. Την «ισότητα ευκαιριών» - η οποία κατέληξε να σημαίνει το διαρκές κυνηγητό του «ρουσφετιού» ως μέσου κοινωνικής ανόδου και ανάδειξης (διότι «αν δεν έχεις μέσον…» πού θα βρεις την ευκαιρία); 

Τελικά την κοινωνία μιας ισότητας όπου κάποιοι (ευνοούμενοι) ήταν πιο ίσοι από τους άλλους και, συνεπώς, δεν χρειαζόταν να προσπαθήσεις για να ξεχωρίσεις ή να πετύχεις, αλλά να βρεις το κατάλληλο «κονέ»… Βολικό ψέμα κι αυτό, ειδικά αφού καλλιεργούσε την «ήσσονα προσπάθεια»…
            (συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: