Διήγηση Στυλιανοῦ…: «Στίς 27‒9‒2001 ἔπαθα ἕνα βαρύ ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο (θρομβωτικό) καί τό ἀριστερό χέρι καί πόδι ἦταν σέ πλήρη ἀκινησία. Ὁ λόγος μου ἦταν ἀργός καί ὄχι σταθερός. Ἔμεινα στό Νοσοκομεῖο δέκα μέρες καί ὕστερα πῆγα στό σπίτι. Κατά τό τέλος Δεκεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἄρχισα νά σηκώνωμαι καί νά κυκλοφορῶ μέ μπαστούνι.
»Στίς 9‒1‒2002 καί ἐνῶ ἔκανα ἀντιπηκτική ἀγωγή, παθαίνω τό δεύτερο ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο καί ταυτόχρονα πνευμονική ἐμβολή. Πάλι τό ἀριστερό χέρι καί πόδι μένουν χωρίς κίνηση. Οἱ γιατροί λένε ὅτι δέν ὑπάρχει σωτηρία γιά μένα. Μ᾽ αὐτή τήν ἀγωγή δέν δικαιολογεῖται ὁ θρόμβος πού προκάλεσε τό ἐγκεφαλικό καί τήν πνευμονική ἐμβολή. Βρίσκομαι καί πάλι στό ΑΧΕΠΑ στό κρεββάτι τοῦ πόνου.
»Στίς ἐννέα πρός δέκα Ἰανουαρίου, στίς τρεῖς μετά τά μεσάνυχτα, ἐνῶ μέ εἶχε πάρει γιά λίγο ὁ ὕπνος, ξύπνησα καί εἶδα ὅλο τόν θάλαμο φωτισμένο ἄπλετα μέ ἕνα λευκό φῶς πού δέν μπορῶ νά τό περιγράψω. Γύρισα πρός τήν πόρτα καί ἀντί νά δῶ κάποια νοσηλεύτρια, βλέπω δυό ἄνδρες μέ γαλάζια ἄμφια, μέ μορφή γαλήνια, τήν ὁποία γαλήνη μετάδωσαν καί σέ μένα πρίν ἀκόμη τούς μιλήσω. Ὅταν πλησίασαν κοντά μου τούς ρώτησα ποιοί εἶναι καί μέ πραεῖα φωνή μοῦ εἶπαν: “Ὁ Κοσμᾶς καί ὁ Δαμιανός εἴμαστε, Στυλιανέ, γιατροί εἴμαστε”.



















